Καµµιά φορά τούς τουρκόφιλους ἑλληνόφωνους τῆς Ἀθήνας τούς λυπᾶµαι. Ἀλήθεια, δέν τό λέω µέ ἔπαρση ἤ περιπαικτική διάθεση. τούς λυπᾶµαι ἀκόµη κι ἄν βρίσκονται στήν κυβερνώσα συµµωρία ἤ στούς τσανακογλεῖφτες της, δηλαδή ἀνήκουν στούς σηµερινούς βιαστές τῆς πατρίδας µας. Εἶναι τόσο ἀγράµµατοι, τόσο ἀνόητοι, τόσο ἀναξιοπρεπεῖς, τόσο οὐτιδανοί, πού πασχίζουν νά ἀποκτήσουν ἀξία ἄλλοτε ἀπό τήν κόντρα τους µέ τήν Χρυσή Αὐγή, ἄλλοτε ὑπερασπιζόµενοι τό πιό ἀνθελληνικό ἰδεολόγηµα κι ἄλλοτε ἐπιτιθέµενοι µέ γελοίους νοητικούς τσαρλατανισµούς σ’ αὐτό πού οἱ ἴδιοι ὀνοµάζουν «πατριωτικό µπλόκ». Ἔτσι θαρροῦν πώς θέτουν τούς ἑαυτούς τους στήν φαντασιακή ἐµπροσθοφυλακή τοῦ «ψηφιακοῦ µέλλοντος», τῆς «εἰρηνικῆς συναδέλφωσης» καί ἄλλων ὑποκρισιῶν ἤ ὀνειρώξεών τους. Σκέτη θλίψη.

Τέτοιες σκέψεις κάναµε καί µέ τήν ἐκποµπή τῆς Τσόκλη γιά τήν «Ἰστανµπούλ» καί – κυρίως – µέ τό δελτίο Τύπου τοῦ δήµου Ἀθηναίων, στό ὁποῖο ὁ Γ. Καµίνης ἀναφερόταν στή συνάντησή του µέ τόν «δήµαρχο τῆς Istanbul Kadir Topbas». Τί νά σχολιάσεις; Ὅταν ξέρεις µέ ποιά ἄτοµα (Καµπύλης καί βάλε…) στελεχώθηκε τό γραφεῖο τοῦ «ἀνεξάρτητου» δηµάρχου, δέν ἐκπλήσσεσαι. Νά ἐπιχειρηµατολογήσεις γιά τόν καθιερωµένο ἐξελληνισµό τόσων καί τόσων κυρίων ὀνοµάτων (Λονδῖνο, Βερολῖνο, Μόναχο…) σύµφωνα µέ τά διεθνῶς κρατοῦντα; Νά ἐπισηµάνεις τήν ἱστορικότητα τοῦ ὀνόµατος «Κωνσταντινούπολη», πού τό χρησιµοποιοῦσαν Ρωµαῖοι, Ἕλληνες κι Ὀθωµανοί γιά 1600 χρόνια; Ἤ τήν καθιερωµένη διεθνῶς χρήση τῶν παγιωµένων ἐξωνύµων τέτοιου τύπου; Γιά τή σχέση τῆς Κωνσταντινούπολης µέ τήν ἐθνική µας µνήµη δέν τό συζητῶ, τί νά πεῖς σέ ἀνελλήνιστα ἀνθρωπάκια; Αὐτά παπαγαλίζουν µόνο τίς µποῦρδες πού τούς ἔµαθε ἡ νεοταξίτικη ἀγέλη, περί «στερεοτύπων», «ἐθνικισµοῦ», «πισωγυρισµάτων» κτλ. Πάντως οἱ δυτικοί µας πάτρωνες, πού µόχθησαν δυό αἰῶνες νά καταστρέψουν τήν προσήλωσή µας στήν ἀδιάσπαστη συνέχειά µας καί στήν ὑπαρκτή ρίζα µας στή Ρωµανία, πρέπει νά νιώθουν δικαιωµένοι καί νά κοιµοῦνται ἥσυχοι. Σήµερα καί ἡ ἁπλή µνεία τῆς πατρώας Πόλης ἔχει ποινικοποιηθεῖ ἀπό τά ἐνθάδε πνευµατικά τους τσιράκια, τά ὁποῖα µέσα σέ µιά ἀεθνική κι ἀµνήµονα τσιµεντούπολη νιώθουν σάν τό ψάρι στό νερό.

Κάπως ἔτσι λοιπόν πρέπει νά δοῦµε κατάµατα τήν πραγµατικότητα καί νά ἀπαλλαχτοῦµε ἀπό τίς φενάκες περί «ἐθνικῆς ἑνότητας». Ὁ λαός µας εἶναι τεχνητά µά βαθειά διχασµένος, µέ ἕνα σηµαντικό του µέρος νά ἀκολουθεῖ τήν λεγόµενη ἐλίτ στόν ἀντίποδα τῶν ἀληθινῶν συµφερόντων του. Δυστυχῶς δέν εἶναι λίγοι ὅσοι θεωροῦν πώς λ.χ. ὁ Βερέµης, ἡ Φραγκουδάκη, ὁ Λιάκος ἤ ὁ Παπαχελάς ἔχουν σχέση µέ τόν τόπο καί τόν λαό µας καί συντάσσονται µέ τήν ἀνθελληνική τους γραµµή. Ὅσοι διατηροῦµε µιά στοιχειώδη σχέση µέ τήν πραγµατικότητα καί τήν λειτουργία τῆς αὐτοσυντήρησης ἄς εἴµαστε σέ ἐγρήγορση: ἡ παρούσα κρίση θά φωτίσει ἀποκαλυπτικά τόν πεµπτοφαλαγγίτικο ρόλο τῆς ἀθηναϊκῆς «διανόησης».