Είναι γνωστό ότι ζούμε σε μια «δημοκρατία» που είναι στην πραγματικότητα κομματοκρατία – ολιγαρχία. Οι κομματικοί μηχανισμοί είναι αυτοί που αναδεικνύουν πρόσωπα και δυνάμεις στο πολιτικό σκηνικό και, βέβαια, τους κομματικούς αυτούς μηχανισμούς κάποιοι έχουν την ευχέρεια να τους κατευθύνουν ή πάντως να τους ελέγχουν. Έτσι μας προκύπτει κάθε 3-4 χρόνια και μια κυβέρνηση «δημοκρατικά εκλεγμένη» που νομιμοποιεί τη μέσω αυτής παρέμβαση των ισχυρών που διαπλέκονται μαζί της. Κάπως έτσι μας προέκυψε και η σημερινή κυβέρνηση, με υπουργό επί των Εξωτερικών τον Γιώργο Παπανδρέου.

Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει μια δική του αντίληψη για το τι σημαίνει εξωτερική πολιτική της χώρας μας, τι σημαίνει εθνικό συμφέρον, τι σημαίνει Ελλάδα τελικά και Έλληνας. Αυτά δεν είναι κάτι άγνωστο (συζητήθηκε αλλά και καταγγέλθηκε επανειλημμένως) ούτε περίεργο (λαμβανομένης υπόψη της παιδείας και της καταγωγής του) ούτε και μεμπτό: πάντα οι διαφορετικές απόψεις εμπλουτίζουν και μπορούν να λειτουργήσουν γόνιμα στη Χάραξη μιας πολιτικής. Ζήτημα, κατά την ταπεινή μας άποψη, δημιουργείται όταν η εξωτερική πολιτική της χώρας αλλάζει συνολικά στην αρχή ανομολόγητα, σε πλήρη αντίθεση με τη γνώμη του Διπλωματικού Σώματος και του πολιτικού προσωπικού της χώρας, ακόμη και επιφανών μελών της ίδιας της κυβέρνησης. Όταν επιβάλλεται μια προσωπική πολιτική μέσω φίλων, συμβούλων, νεόκοπων συνεργατών, δημοσίων σχέσεων και με την έμμεση αλλά προφανή υποστήριξη ανθρώπων που έχουν δώσει από χρόνια το ιδεολογικό τους στίγμα πρεσβεύοντας έναν καταστατικό εθνομηδενισμό και έναν «κοσμοπολιτισμό» χιλιαστικής ευήθειας (για τους «καχύποπτους»). Πώς μπορεί κανείς να νιώσει ασφαλής για το μέλλον, όταν βλέπει να διαχειρίζονται ζωτικά συμφέροντα του τόπου του άτομα που πάντα αντιμετώπιζαν με ειρωνική και συγκαταβατική αν όχι επιθετική διάθεση οτιδήποτε χαρακτηρίζονταν «εθνικό» ή «ελληνικό»; Και βλέπει ότι, βασικά ελέω ΥΠΕΞ, αυτό το «κύκλωμα» βρίσκεται πλέον παντού στα πράγματα (με το αζημίωτο, φυσικά…) και με μια «περίεργη» (κι ολοένα μεγαλύτερη) ευχέρεια αναπαράγει τον εαυτό του;

Ίσως τα παραπάνω να ήταν υπερβολικά πολλά για εισαγωγή στο προκείμενο θέμα. Όμως αφενός διευκρινίζουν τη στάση μας έναντι του προσώπου του σημερινού υπουργού κι αφετέρου φωτίζουν το ζήτημα της πολιτικής στη Θράκη, έτσι όπως διαγράφεται με το λεγόμενο «Δίκτυο Δήμων Ανατολικής – Δυτικής Θράκης».

Το Δίκτυο αυτό θα είναι η ένωση δεκάδων δήμων και φορέων από το, ελληνικό και το τουρκικό τμήμα της Θράκης, που «θα συντάσσει σχέδια συνεργασίας και θα σχεδιάζει συνοριακές δράσεις, θα προωθεί τη διασυνοριακή και διαπεριφερειακή συνεργασία, θα αναπτύξει πρωτοβουλίες συνεργασίας με μη κυβερνητικές οργανώσεις και φορείς», κ.λπ.

Μιλάμε δηλαδή για μια άτυπη και χαλαρή πλην υπαρκτή και νομοθετημένη σύζευξη της ελληνικής Θράκης με την Τουρκία. Από τη μια μεριά ένα τμήμα της χώρας μας μάλλον φτωχό τμήμα της χώρας μας μάλλον φτωχό εθνικό κορμό γεωγραφικά και οικονομικά κι από την άλλη το πλουσιότερο και πολυπληθέστερο τμήμα της γείτονος. Από τη μια μεριά μια μειονότητα στρατηγικής σημασίας για το αντιδημοκρατικό τουρκικό καθεστώς εντός του Δικτύου και από την άλλη το λείψανο της ελληνικής παρουσίας σε Πόλη, Ίμβρο και Τένεδο εκτός του Δικτύου. Εάν δε αυτό συνδυαστεί και με τις παράλληλες, αμέτρητες, ελληνοτουρκικές συμπράξεις και τη νομιμοποιημένη πλέον ταύτιση των μουσουλμάνων της ελληνικής Θράκης με τη «μητέρα Πατρίδα» (βλέπε και άρθρο για το συνέδριο των «Τούρκων Δυτικής Θράκης»), δεν είναι εθναμυντωρισμός να διαπιστώνει κανείς την κατάρρευση όλων των αντιστάσεων που είχε η εθνική μας πολιτική έναντι του επεκτατικού αναθεωρητισμού της Τουρκίας και του αλυτρωτισμού των ανθρώπων της στη Θράκη. Θα εκλείψουν αυτά με τις νέες συνθήκες. Πολύ καλό για να γίνει πιστευτό και καμία ένδειξη περί τούτου δεν έχουμε.

Το σχέδιο, λοιπόν, αυτού του Δικτύου, υποτίθεται πως είναι μια πρωτοβουλία της τοπικής αυτοδιοίκησης, σαν να λέμε των πολιτών, από τις δυο μεριές του Έβρου, με κυρίαρχο το ρόλο του δημάρχου Σαπών, Ντίνου Χαριτόπουλου (που προ ετών ξαφνικά έγινε κουμπάρος με τον Γιώργο Παπανδρέου…) και με τη σύμφωνη γνώμη των δημοτικών συμβουλίων του τόπου. Η αποθέωση της υποκρισίας! Αφήνοντας κατά μέρος την προκλητική διγλωσσία της κυβέρνησης και την καταδικαστέα «ιδιωτική εξωτερική πολιτική» και για την καλοδεχούμενη «διπλωματία των πολιτών» (αναλόγως αν ελέγχεται η κατάσταση ή όχι), μένουμε στη δήθεν «τοπική πρωτοβουλία». Οι μέχρι τώρα πληροφορίες μας από τους κατά τόπους δήμους επιβεβαιώνουν αυτό που εξαρχής πιστεύαμε: δεν γίνεται συζήτηση επί της ουσίας πουθενά, σύμβουλοι αλλά και δήμαρχοι αγνοούσαν το τι είδους καταστατικό καλούνται να υπερψηφίσουν και οι όποιες αντιρρήσεις ξεπερνιούνται και οι όποιες αντιρρήσεις ξεπερνιούνται με το ακαταμάχητο επιχείρημα της άνωθεν εντολής! Ακόμα κι εκεί που κάποιος δήμος είχε αντιρρήσεις για τη συμμετοχή του, έπεσαν τα πιεστικά τηλεφωνήματα και η τοπική αυτοδιοίκηση «κατάλαβε το σφάλμα της»…

Μήπως είναι κανείς τόσο αφελής που να πιστεύει ότι υπάρχει κυβερνητική εποπτεία στην Ελλάδα για το εγχείρημα και δεν υπάρχει στην Τουρκία; ‘Η μήπως θεωρεί ότι η «κοινωνία των πολιτών» είναι περισσότερο ισχυρή κι αυτόνομη εκεί παρά εδώ; Μήπως, τέλος, πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι άλλαξε ο στρατηγικός σχεδιασμός της φασιστογείτονος σε βάρος μας λόγω του… Ελσίνκι;

Να πούμε για το όνομα (ΘΡΑΚΗ) της τουρκικής αστικής εταιρείας που θα δικτυωθεί με τη δική μας; Να πούμε για το γεγονός ότι η ελληνική αστική εταιρία δεν προβλέπεται να διαλυθεί ακόμη κι αν φύγουν οσαδήποτε μέλη της; Δηλαδή ότι μπορεί να μείνει ο δήμος Σαπών και η φιλαρμονική του(!) και να εκπροσωπούν όλη την ελληνική Θράκη; Να πούμε για το ποιοι γνωστοί επαγγελματίες πλέον σύμβουλοι θα «στελεχώσουν» το Δίκτυο; Αυτά είναι μάλλον λεπτομέρειες ήσσονος σημασίας. Το κυριότερο ζήτημα είναι ότι ένα ακόμη μοδάτο και ψευδεπίγραφο εργαλείο δημιουργείται για την αμφιλεγόμενη πολιτική του σημερινού ΥΠΕΞ, σε ένα θέμα τεράστιο, που δεν μπορούμε να παίζουμε τις κουμπάρες…

Κώστας Καραΐσκος,

«Άμυνα και Διπλωματία», τ. 112, Αύγουστος 2000


none

Στα τέλη Μαρτίου πλέον όλοι  αναμένουμε, εκτός απροόπου, τη νέα εκλογική αναμέτρηση των κομματικών σχηματισμών. Για τη Θράκη, όμως, υπάρχει και μια επιπλέον πτυχή, σοβαρή και χρονίζουσα: μιλάμε για την εκπροσώπηση των μουσουλμάνων της  περιοχής στις κομματικές λίστες και στην Ελληνική Βουλή.

Πρόκειται για ένα θέμα που αναζωπυρώθηκε μετά την άθλια κίνηση των τριών σημερινών βουλευτών το περασμένο καλοκαίρι, όταν – ξεπερνώντας  κάθε όριο ανοχής και μεγαλοθυμίας της ελληνικής κοινωνίας – συνέπραξαν με κάποιους σλαβόφωνους αλλά και ελληνόφωνους «μειονοτητολόγους» και ζήτησαν από τη Βουλή των Ελλήνων αναγνώριση της τουρκικής (και …μακεδονικής!) μειονότητας.

Όχι ότι μέχρι τότε η πολιτεία τους ήταν άψογη. Το αντίθετο, ειδικά για τους Μπιρόλ και Γκαλίπ, είναι μάλλον πιο κοντά στην πραγματικότητα. Λίγο όμως οι κομματικές μεθοδεύσεις, λίγο η άγνοια της κοινωνίας, λίγο ο στρουθοκαμηλισμός μας, και η θητεία τους προχωρούσε χωρίς μεγάλα προβλήματα. Μετά όμως από αυτήν τους την υπερκομματική (και υπερεθνικιστική) εμφάνιση, φαίνεται πως συζητείται σοβαρά να μην συμπεριληφθούν οι δύο τουλάχιστον προαναφερθέντες (1) στις λίστες των κομμάτων (που μας τους είχαν παρουσιάσει προ τετραετίας περίπου ως επιτυχία τους!).

Πριν ακόμα αυτό επιβεβαιωθεί, άρχισαν τα όργανα από τον χώρο της μειονοτικής προπαγάνδας, με πρώτα βιολιά τούτη τη φορά τον Aμπvτουλχαλίμ Ντεντέ και τον Ιμπράμ Ονσούνογλου. Αμφότεροι με δημοσιογραφική, ταυτότητα αλλά και «άλλη» πολυσχιδή δραστηριότητα, τέτοια μάλιστα που τακτικά να επιτάσσει τα ραντεβού με ξένους πολιτικούς ή διπλωματικούς υπαλλήλους. Ο πρώτος μάλιστα – γνωστός κεφαλοκυνηγός του Οτσαλάν – είναι ο με προνομιακό τρόπο προστατευόμενος των ΜΜΕ, τα οποία τον συντρέχουν όποτε αυτός θεωρεί ότι «διώκεται από το ελληνικό κράτος». Οι υπογραφές λοιπόν των δύο αυτών κυρίων, μαζί με καμιά δεκαριά ακόμη, βρίσκονταν κάτω από κείμενο μιας «Μειονοτικής Πρωτοβουλίας, για τις βουλευτικές εκλογές», το οποίο, κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ για την επίσημη πολιτική του ελληνικού κράτους έναντι των μουσουλμάνων, κατέληγε: «Να μην αποκλειστεί η μειονότητα από την πολιτική ζωή του τόπου». Λες και ετέθη ποτέ τέτοιο ζήτημα! (Αλλά και τι να πουν, ξαναβάλτε τους ίδιους, για να μην ψάχνουμε άλλους;).

Δεν γνωρίζουμε αν τελικό τα κομματικά «μαγαζιά» θα αποσύρουν τους μειονοτικούς πρώην αστέρες τους. Χωρίς πάντως, να αμφισβητούμε το σωφρονιστικό – παιδαγωγικό χαρακτήρα μιας τέτοιας κίνησης, θεωρούμε πως το κυριότερο είναι να μην αντικατασταθούν με την ίδια μέθοδο επιλογής και με πρόσωπα του ίδιου τουρκοφιλικού κλίματος.

Για μας, που δεν θεωρούμε τα μέσα της περασμένης δεκαετίας περίπου… προϊστορία, τα παραδείγματα μιας μειονοτικής πολιτικής εκπροσώπησης μη ελεγχόμενης από ανατολάς υπάρχουν. Στην προ Σαδίκ εποχή η ελληνική πολιτεία και τα κόμματα κατάφερναν να κρατάνε, την πολιτική ζωή μακριά από τον έλεγχο της Άγκυρας. Οι –λιγοστοί – μουσουλμάνοι πολιτευτές που κρατάνε ακόμη και σήμερα μια σώφρονα και χαμηλών τόνων στάση, κατά κανόνα έχουν αναδειχθεί εκείνην ακριβώς την περίοδο. Από την εμφάνισή όμως του φασίστα που δίχασε οριστικά την τοπική κοινωνία θεωρείται περίπου υποχρέωση των κομμάτων (με ευθύνη και του κράτους) να τον υποκαθιστούν με πολιτικά υποκείμενα της ίδιας νοοτροπίας και εξάρτησης.

Είναι τόσο δύσκολο να βρεθούν σήμερα μουσουλμάνοι που θέλουν να πολιτευτούν χωρίς το… προξενόχαρτο; Είναι γνωστό ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι και κάποιοι από αυτούς πρόσκεινται στα κόμματα που εκλέγουν μειονοτικούς υποψήφιους. Το θέμα είναι αν θα αποφασίσουν ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. να θυσιάσουν από κοινού κάποιες εκατέρωθεν ψήφους για να απαλλαγούν από το σημερινό εκβιασμό. Κι όταν λέμε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., εννοούμε πρώτιστα τα τοπικά τους υποκαταστήματα, γιατί συνήθως στο «κέντρο» δεν γνωρίζουν για την επιτόπια κατάσταση που μόνο γενικότητες και όσα κάποιοι «αρμόδιοι» διαμηνύουν.

Και τι τους εμποδίζει -θα ρωτούσε κάποιος αφελής-να το πράξουν; Ποιο είναι το κίνητρο για επιλογή υποψηφίων με προξενικό χρίσμα. Μα φυσικά η αίγλη της άνωθεν επίνευσης που θα ανοίξει το δρόμο μιας «γενικής αποδοχής» στη μουσουλμανική κοινότητα, ενδεχομένως από στόμα  σε στόμα, ίσως μέσω κάποιας συνέντευξης ή μιας ιδιαίτερης προβολής της υποψηφιότητας από τουρκικό δορυφορικό κανάλι την τελευταία στιγμή περίπτωση εκλογών 1996). Όταν, λοιπόν, έχεις «με το μέρος σου» ένα κεφάλαιο, ας πούμε, δέκα χιλιάδων ψήφων, το όποιο εθνικό πρόβλημα φαντάζει πολύ σχετικό και μακρινό, σε σχέση με το κομματικό που είναι χειροπιαστό, αριθμήσιμο κι επείγον.

Πριν από ένα χρόνο, παραμονές δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, ο Κώστας Ζουράρις σε συνέντευξή του στον «Αντιφωνητή» (17/9/98) έδινε με λιγόλογο μα εξαιρετικά καίριο τρόπο την όλη ιστορία των μειονοτικών υποψηφίων: «Όπως ζητάμε από τον εαυτό μας δήλωση νομιμοφροσύνης έναντι των αυτονοήτων της δημοκρατίας, έτσι ακριβώς το ζητάμε κι από αυτούς. Και για να είσαι νομιμόφρων έναντι της δημοκρατίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον ελληνικό πολιτισμό, άσχετα με το τουρκικό φρόνημα, που τους το αναγνωρίζω, ρητώς θα πρέπει να προβούν ως μετέχοντες του ελληνικού πολιτισμού στα αυτονόητα: Kαταδίκη της τουρκικής στρατοκρατίας για το θέμα των Κούρδων, για το δικαίωμα στην αυτονόμηση και ανεξαρτησία των λαών της Μικρασίας. Να απαιτήσουν σεβασμό του Πατριαρχείου και άρση οιασδήποτε αναμείξεως του τουρκικού κράτους (…) Έτσι, λοιπόν, όπως ζητάμε από τους εαυτούς μας νομιμοφροσύνη έναντι της Δημοκρατίας για νομιμοφροσύνη αυστηρότατα οργανωμένη, το ίδιο ζητάμε κι από αυτούς».

Αυτά τα αυτονόητα είναι που ποτέ δεν ακούγονται, διότι δυστυχώς το «αυτονόητο» είναι η πλήρης ταύτιση των μειονοτικών βουλευτών της Ελληνικής Βουλής με την επεκτατική γραμμή της τουρκικής στρατογραφειοκρατίας σε όλα ανεξαιρέτως τα θέματα. Μια ταύτιση που αποκρύπτεται επιμελώς από τους ίδιους αλλά και από τα ελλαδικά ΜΜΕ. Πότε μάθαμε τη θέση, επί παραδείγματι, του Κ. Γκαλίπ για το Κυπριακό; Πότε τοποθετήθηκε ο κ. Μουσταφά για το θέμα των 12 μιλίων ή ο κ. Ακίφογλου για τα Ίμια; Αντί αυτών οι δημοσιογραφούντες των αθηναϊκών φυλλάδων αρέσκονται σε γελοίες ερωτήσεις του τύπου: «Αν γίνει πόλεμος με ποιον θα είστε;» ή «νιώθετε Τούρκος ή Έλληνας;»

Έστω και τώρα τα «μεγάλα» κυρίως κόμματα οφείλουν να δείξουν στοιχειώδη σεβασμό στο γενικό συμφέρον της κοινωνίας και στους δημοκρατικούς θεσμούς. Να προωθήσουν από τη μουσουλμανική κοινωνία στα ψηφοδέλτιά τους ανθρώπους άξιους που έχουν αποδείξει τη δημοκρατική τους συνείδηση, που τολμούν να τοποθετηθούν ανοιχτά υπέρ των συμφερόντων της χώρας μας και που δεν έχουν καμία σχέση εξάρτησης με την οδό Ιώνων και τους γνωστούς της μηχανισμούς (επιτροπές, ψευτοσύλλογοι, διάφορα έντυπα). Ας γίνει μια σοβαρή απόπειρα τουλάχιστον, και από μια ενδεχόμενη αποτυχία της πάλι κάτι θα κερδίσουμε όλοι Μια ολόκληρη δεκαετία ομηρίας για την πολιτική ζωή της Θράκης είναι νομίζουμε υπεραρκετή.

1.  Για τον βουλευτή Μουσταφά Μουσταφά δεν φαίνεται κάτι τέτοιο πιθανό, καθότι γενικά απέφυγε να εκτεθεί και έχει γίνει πλέον το σύμβολο της μειονοτικής πολιτικής του Συνασπισμού και της υποτιθέμενης «γέφυρας» μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού λαού για τον ίδιο κομματικό χώρο. Φαίνεται πολύ απίθανο όλα όσα έχουν επενδυθεί πάνω του να πεταχθούν για οποιονδήποτε λόγο «εθνικού συμφέροντος».

Καραίσκος Κώστας,

«Άμυνα και Διπλωματία», τ. 105, Ιανουάριος 2000

none

Στις 24 Ιουλίου 1995 ένα τροχαίο οκτώ χιλιόμετρα έξω από την Κομοτηνή έδωσε τέλος σε μια πολύ κρίσιμη φάση της πολιτικής ιστορίας του τόπου. Ο 47χρονος πολιτευτής Αχμέτ Σαδίκ, ανεξάρτητος βουλευτής εκλεγμένος το 1989 και το 1990 μέχρι το 1993, που είχε αναστατώσει την Ελλάδα ολόκληρη με την ποικίλη του δραστηριότητα (αλλά και είχε διαγράψει την πορεία του μέχρι το ναδίρ της) βρήκε τον θάνατο έξω από το χωριό Σώστης Ροδόπης. Ειρωνεία της τύχης: το συγκεκριμένο χωριό στα τουρκικά λεγόταν Σουσούρκιοϊ και επί τουρκικού εδάφους στο χωριό Σουσουρλούκ ένα χρόνο μετά θα συμβεί ακόμη ένα καθοριστικό τροχαίο, το οποίο – όπως και το προηγούμενο – πολύ θα απέχει από το να χαρακτηρισθεί «δυστύχημα», μάλλον ως ευτύχημα έγινε δεκτό…

Η εποχή της ανοιχτής αντιπαράθεσης με το ελληνικό κράτος – προσωρινά τουλάχιστον – είχε λήξει. Είναι ακριβές ότι η πολιτική καριέρα του θανόντος δεν είχε  πλέον καμία προοπτική, κυρίως εξαιτίας του ορίου του 3% που είχε πια υιοθετηθεί από τον εκλογικό νόμο της ελληνικής πολιτείας. Η μουσουλμανική μειονότητα, βεβαίως, στις εκλογές του 1993 ξαναψήφισε το συνδυασμό «Εμπιστοσύνη» του Σαδίκ, χωρίς να υπάρχει περίπτωση να εκλεγεί, απλώς και μόνο γιατί αυτή ήταν η «γραμμή». Πέρα από το όριο του 3%, για τις αλλαγές που δρομολογήθηκαν, πρέπει να έπαιξαν κάποιον ρόλο και οι (προσεκτικές) διαμαρτυρίες κάποιων μουσουλμάνων, οι οποίοι για λόγους τακτικής – ή και αρχών ενδεχομένως – δεν επιθυμούσαν την ένταση που ερχόταν ως φυσιολογική συνέπεια της σαδικής επιθετικότητας και του όλου κλίματος που αυτή διαμόρφωνε. Κάποιες συγκυρίες, όπως η εντυπωσιακή έξαρση του αγώνα του ΡΚΚ εκείνα τα χρόνια, πρέπει να συνεκτιμήθηκαν από την πλευρά της Τουρκίας και «ποιώντας την ανάγκην φιλοτιμίαν» άλλαξε πορεία ποδηγετώντας την ηγεσία των μουσουλμάνων σε νέες μορφές προώθησης των ίδιων, γνωστών στόχων. Η πορεία αυτή συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας και ορισμένοι πολιτικοί παράγοντες, τοπικοί ή όχι, μέσα στη γνωστή τους άγνοια κι αβελτηρία τη θεωρούν συμμόρφωση της τουρκικής πολιτικής με τους κανόνες που οι ίδιοι έθεσαν.

Πρώτο βήμα στην αλλαγή του σκηνικού ήταν η αλλαγή των προσώπων. Σε επίπεδο βουλευτών ο Σαδίκ είχε εκλείψει πια και όσον αφορούσε τον έτερο παλιό μειονοτικό βουλευτή (Ξάνθης), τον Αχμέτ Φαΐκογλου, δεν ετίθετο θέμα και λόγω του χαμηλού του επιπέδου και γιατί μετά από τόσα χρόνια πλειοδοσίας σε έξαλλο φανατισμό και τραμπουκική συμπεριφορά λίγο δύσκολα θα έπειθε οποιονδήποτε νοήμονα άνθρωπο ότι μέσα σε μία μέρα μετατράπηκε σε θιασώτη της ειρηνικής συνύπαρξης. Στις βουλευτικές εκλογές, λοιπόν, του 1996 επανήλθαμε στο παλιό σκηνικό της συμπερίληψης μειονοτικών υποψηφίων στα ελληνικά κόμματα (εκτός ΔΗΚΚΙ και ΠΟΛ.ΑΝ.), προσώπων νέων και άφθαρτων, με κοινωνική επιφάνεια και καλή έξωθεν μαρτυρία (πράγμα που βεβαίως αποδείχθηκε πολύ σχετικό). Εκλέχτηκαν, λοιπόν, στην Κομοτηνή με το ΠΑΣΟΚ ο μηχανικός Γκαλίπ Γκαλίπ και με το Συνασπισμό ο γιατρός Μουσταφά Μουσταφά, ενώ στην Ξάνθη κατάφερε να εκλεγεί με τη Νέα  Δημοκρατία ο γιατρός Μπιρόλ Ακίφογλου. Το εκλογικό αποτέλεσμα υπήρξε θρίαμβος για τους σχεδιαστές του, καθώς πέτυχε μέσω του Μουσταφά του ΣΥΝ έδρα που δεν θα μπορούσε να πάρει (με τις επτάμισι χιλιάδες ψήφους του) με κανέναν άλλο τρόπο. Κυκλοφόρησαν στην Κομοτηνή φήμες για προεκλογική μελέτη κορυφαίου ‘Ελληνα εκλογολόγου για λογαριασμό του τουρκικού Προξενείου και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις για τέτοια (διαρκούσα ακόμη) συνεργασία. Πάντως, οι Συνασπιστές τότε πανηγύρισαν την «αναγνώριση από τη μειονότητα της ορθότητας των πολιτικών τους θέσεων»! ‘Ισως κατάπιαν πέρυσι τη γλώσσα τους όταν ο ίδιος βουλευτής τους (με αξιόλογη πραγματικά παρουσία στην Ελληνική Βουλή) κυριολεκτικά καταποντίστηκε ως υποψήφιος των νομαρχιακών εκλογών, γιατί δεν «κολλούσε» στο σχεδιασμό των γνωστών παρασκηνίων…

Εν πάση περιπτώσει, από τις εκλογές του 1996 προέκυψαν τρεις μουσουλμάνοι βουλευτές στην Ελληνική Βουλή και είχαν τη δυνατότητα να ανεξαρτητοποιηθούν μετά την εκλογή τους. ‘Ηταν κάτι που τότε συζητιόταν στους ελληνικούς πολιτικούς κύκλους, αλλά τελικά δεν συνέβη, επιβεβαιώνοντας ότι πλέον η τουρκική γραμμή ήταν αυτή της «ήπιας» διεκδίκησης, μέσα από νομότυπες διαδικασίες στο προσκήνιο και με τις γνωστές μεθοδεύσεις στο παρασκήνιο (διακριτικοί εκβιασμοί, συγκαλυμμένη τρομοκρατία,  χρησιμοποίηση του όχλου, των εταιρειών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.λπ.). Παίζοντας το παιχνίδι της Άγκυρας, τα ελληνικά κόμματα πανηγύρισαν τη μη ανεξαρτητοποίηση των βουλευτών τους και προχώρησαν κατηγορώντας για «απαράδεκτες διακρίσεις» την Πολιτική Άνοιξη που δεν είχε κανέναν μειονοτικό υποψήφιο (άσχετα αν οι εξελίξεις δικαίωσαν πλήρως τις θέσεις του Σαμαρά…). Παράλληλα, με την προώθηση των νέων προσώπων στα βουλευτικά αξιώματα, η άνωθεν ανανέωση δεν άφησε ανέγγιχτους και τους άλλους μηχανισμούς ελέγχου των «Ελλήνων μουσουλμάνων» από τη «μητέρα-πατρίδα». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι εκ βάθρων αλλαγές στα πρόσωπα και τη δομή της αυτοαποκαλούμενης «Ανώτατης Συμβουλευτικής Επιτροπής των Τούρκων της Δυτικής Θράκης» – είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ τουρκικού προξενείου και μουσουλμανικής μάζας (Γραμματέας της Επιτροπής είναι ο φημολογούμενος αρχηγός των «Γκρίζων Λύκων» στη Θράκη). Πριν δεκαπέντε μήνες έγιναν γνωστές κάποιες κινήσεις που έδειξαν σαφώς προσωπικές συγκρούσεις και αλλαγή φρουράς, με εξωπέταγμα των παραδοσιακών ηγετών που έζεχναν νοητική υστέρηση και κοινωνική δυσπροσαρμογή. Συγχρόνως, προωθήθηκαν νέα πρόσωπα, με πανεπιστημιακή και κοινωνική αποδοχή, χαράχτηκαν κατευθυντήριες γραμμές για την πολιτική στα επιμέρους θέματα και ορίστηκαν επιτροπές για τους επιμέρους τομείς (νομικών, εκπαιδευτικών, υγείας, πολιτισμού, θρησκευτικών και βακουφίων). Στο όργανο αυτό έγιναν και εκλογές που έφεραν στις πρώτες θέσεις τους δύο βουλευτές Γκαλίπ και Ακίφογλου και οι οποίοι συμφώνησαν να διαδεχθεί ο ένας τον άλλον στην ηγεσία. Ο βουλευτής Μουσταφά Μουσταφά είχε δηλώσει ότι δεν συμμετέχει στην εν λόγω επιτροπή, χωρίς όμως να προχωρήσει και σε κάποια δικαιολόγηση αυτής του της στάσης  σε μια ευθεία καταδίκη τέτοιων εν κρυπτώ μεθοδεύσεων. Δεν είναι ίσως χωρίς αξία μια σύντομη περιγραφή της δράσης των προαναφερθέντων βουλευτών αυτά τα τρία σχεδόν χρόνια της θητείας τους. Ο Μπιρόλ Ακίφογλου ήδη πριν την εκλογή του είχε δώσει δείγματα γραφής ως δημοτικός σύμβουλος Ξάνθης και γραμματέας του δημοτικού συμβουλίου. Όταν, για παράδειγμα, την παραμονή της γνωστής «επετείου» της μειονότητας ζητούσε από τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου να αποκαταστήσει τον ψευδομουφτή Αγγά σιη θέση του μουφτή Ξάνθης (28/1/95), ή όταν αρνιόταν να συνυπογράψει ψήφισμα του Δήμου Ξάνθης για τις γενοκτονίες Ποντίων κι Αρμενίων (Ιούνιος 1995) ή όταν «εκ μέρους του τουρκικού λαού»(!) ευχαριστούσε θερμά το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας για την επίσκεψη του Γιλvτιρίμ Ακτουνά στην Ελληνική Θράκη και ζητούσε (μαζί με τους άλλους συνυπογράφοντες) στην επόμενη επίσκεψη Τούρκου υπουργού να συμπεριληφθούν και τα πομακοχώρια της περιοχής, Σμίνθη και Δημάριο. Το στίγμα του ήταν γνωστό, ωστόσο τα «κουκιά» που θα κουβαλούσε μετρούσαν…

Με την εκλογή του, που κρίθηκε στο εκλογοδικείο, συνέχισε την ίδια τακτική. Σε επεισόδια μεταξύ Ποντίων προσφύγων και Τσιγγάνων επενέβη στον αστυνομικό διευθυντή Ξάνθης χάριν των «ομοεθνών του» για να ζητήσει «την παραδειγματική τιμωρία των δραστών». Ζήτησε προέκταση της μειονοτικής εκπαίδευσης στα χριστιανικά λύκεια – με Τούρκους διδάσκοντες φυσικά – και δεν έχασε την ευκαιρία να μιλήσει για λεξικά κι αλφαβητάρια που «καταρτίστηκαν από ιδιώτες και τα οποία ούτε έγιναν ούτε θα γίνουν αποδεκτά»!

Ο Γκαλίπ Γκαλίπ κατάγεται από οικογένεια με πολιτική παράδοση στο μειονοτικό χώρο μια που και ο παππούς του και ο πατέρας του υπήρξαν βουλευτές στην Ελληνική Βουλή (ο πατέρας του μάλιστα, πρώην βουλευτής με την ΕΔΗΚ, το 1985 είχε πρώτος ιδρύσει ανεξάρτητο μειονοτικό συνδυασμό μετά από τη συμμετοχή του σε συνδυασμό ελληνικού κόμματος). Όταν το 1996 επικράτησε επί του συνυποψηφίου του Αχμέτ Μεχμέτ στο ΠΑΣΟΚ, θεωρήθηκε νίκη των κεμαλικών και της γραμμής «Πρώτα η Τουρκία», χαρακτηριστική δε υπήρξε η στήριξή του από το τουρκικό δορυφορικό κανάλι ΣΤΑΡ 1 τις τελευταίες κρίσιμες μέρες πριν από τις εκλογές. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν ότι θεωρήθηκε τότε επιτυχία από το τοπικό ΠΑΣΟΚ η συμμετοχή του στο «πράσινο» ψηφοδέλτιο! Ίσως μια μέρα να φαντάζει επιτυχία και η συμπερίληψη γνωστών «Γκριζόλυκωv» στα κομματικά ψηφοδέλτια, μια που και αυτοί «ελέγχουν πολύ κόσμο»…

Η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο εξαιρετικά φτωχή, μάλλον περιορίστηκε από τις «άλλες» του ασχολίες. Ως πρόεδρος της προαναφερθείσας «Συμβουλευτικής Επιτροπής» στις 3/9/98 εγκάλεσε τον Πρόεδρο της Ελληνικής Βουλής Α. Κακλαμάνη για δηλώσεις του στην Αλεξανδρούπολη με «ρατσιστική νοοτροπία»(!), γιατί ο τελευταίος μίλησε για ενσωμάτωση των μουσουλμάνων στην τοπική ελληνική  κοινωνία. Επίσης, επετέθη στον τότε Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Θ. Πάγκαλο, που, ερχόμενος στην Κομοτηνή, συνάντησε τους νόμιμους μουφτήδες κι όχι τους …ψευτομουφτήδες που ομνύουν στην Άγκυρα!

Ο βουλευτής Mουσταφά Mουσταφά είναι ξεχωριστή περίπτωση. Παλιός αριστερός στο χώρο του Συνασπισμού, βρίσκεται σ’ ένα κλίμα ιδεολογικά οικείο (πέρασε από το ΚΚΕ) και ταυτοχρόνως άκρως εξυπηρετικό για την πολιτική του επιβίωση, μια που οι θέσεις του πολιτικού του χώρου- και ιδίως των ποικίλων κυκλωμάτων που λυμαίνονται τις παρυφές του – ουσιαστικά εξυπηρετούν τους βραχυπρόθεσμους στόχους των εξ ανατολών κυρίων. Οι λεπτές υποθέσεις είναι δική του δικαιοδοσία: υπέρ της «ελληνοτουρκικής φιλίας» και παρών σε όλες τις σχετικές συνευρέσεις, κατά του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας που επιχειρεί παροχή ελληνικής παιδείας στους μουσουλμανόπαιδες, κατά του νομοσχεδίου για την Παλλαϊκή Άμυνα, κατά του εκκλησιαστικού επιδόματος για το τρίτο παιδί (!), κατά οποιασδήποτε αναφοράς σε μη Τούρκους μουσουλμάνους της περιοχής, κ.λπ. Με σημαντικό κοινοβουλευτικό έργο που αφορά όλον τον τοπικό πληθυσμό, έχει καταφέρει ειλικρινείς συμπάθειες και εκτός του μουσουλμανικού στοιχείου, με αποτέλεσμα να του παρέχεται κάτι σαν άλλοθι για τυχόν «ατοπήματα». Δεν είναι στις προθέσεις μας να γίνουμε τιμητές της ειλικρίνειας κανενός. Υπήρξε, όμως ποτέ εκδήλωση (εθνική, κοινωνική κ.λπ.) του τουρκικού προξενείου Κομοτηνής από την οποία απείχε κάποιος μουσουλμάνος βουλευτής; Μπορούσε ο Μουσταφά, λόγου χάρη, να μην τρέξει επιτόπου το βράδυ της πρόσφατης έκρηξης απέναντι από το προξενείο; Ολόκληρον Σαδίκ εκμηδένισαν μέσα σε λίγο καιρό κι από εκεί που είχαν μάθει στους πάντες να πίνουν νερό στο όνομά του, την ώρα της σύγκρουσης με το Προξενείο δεν βγήκε ούτε μία φωνή να πάρει το μέρος του. Όποιος, λοιπόν, γνωρίζει την πολιτική κατάσταση και το όλο κλίμα στο εσωτερικό της μειοvοτικής κοινωνίας μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι τελικά δεν τίθεται θέμα προσωπικών προθέσεων για τον όποιον πολιτευτή της μειονότητας, ειδικά σε επίπεδο βουλευτικού αξιώματος. Η ευχερής χειραγώγηση των ψηφοφόρων καθιστά ζήτημα πολιτικής επιβίωσης ή πολιτικού θανάτου την ευθυγράμμιση με τις βασικές κατευθυντήριες που τίθενται «άνωθεν»: Όποιος διαφωνεί κατεβαίνει από το τρένο, θέλοντας ή μη. Άλλωστε οι (ελάχιστοι) διαφωνούντες συνήθως δεν έχουν καμιά πιθανότητα ανάδειξης. Εκείνοι από τον πολιτικό χώρο της χριστιανικής πλειοψηφίας, οι οποίοι γνωρίζουν όλη την παραπάνω κατάσταση κι απλώς κοιτάνε κοντόφθαλμα να επωφεληθούν από τους στιγμιαίους συσχετισμούς, είναι προφανές ότι δρουν με πολιτικάντικη ανηθικότητα κι εθνική αναισθησία.

Καραΐσκος Κώστας,

«Άμυνα και Διπλωματία», τ. 98, Ιούνιος 1999

none


ΕΞΩ ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ
ΥΠΟΓΡΑΨΤΕ ΤΩΡΑ!



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Τουρκικά Νέα
Ο τουρκόφωνος τύπος στη Θράκη και στον Κόσμο


Παρατηρητήριο Μέτε
Τα νέα του ψευδομουφτή Ξάνθης Αχμέτ Μέτε


Ένα Καράβι Για Τη Γάζα | ShipToGaza.gr
Ενα Καράβι Για Τη Γάζα



Σχετικά...

Αρθρογραφία

Μόνιμες στήλες

  1. ΠΡΟΣΦΑΤΑ
  2. ΑΡΘΡΑ
  3. ΣΧΟΛΙΑ

ΑΡΧΕΙΟ

Λέξεις

Επισκέπτες

free counters