adrianoupolΕἶχα πολλά χρόνια νά πάω στήν Τουρκία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς οἱ περιγραφές τῶν φίλων καί γνωστῶν γιά μιά «ἄλλη» Τουρκία ἀπό κείνην πού ἤξερα πρίν 12 χρόνια μοῦ κινοῦσαν τήν περιέργεια, καθώς ἔβρισκα πώς μᾶλλον σέ ἕναν βαθμό θά ἰσχύουν, τώρα πού ἡ Ἐρντογανική χώρα εἶναι στό ζενίθ τῆς ἀκμῆς της. Ἔτσι, μέ μιά παρέα 7 συνολικά φίλων, βρεθήκαμε σέ ἡμερήσια ἐκδρομή στήν Ἀδριανούπολη.


Ἡ οὐρά στά σύνορα ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Κάπου τρεῖς ὧρες χρειάστηκαν γιά νά περάσουμε ἀπό τούς Κήπους στά Ὕψαλα, πρᾶγμα ἀσυνήθιστο – ὅπως μᾶς πληροφόρησαν οἱ τακτικοί πελάτες τῶν γειτόνων μας πού τυγχάνουν ὁμοεθνεῖς μας. Κυκλοφόρησε μιά εἴδηση πώς ἐπρόκειτο γιά ἀντίποινα (!), καθώς καθυστεροῦσε καί ἡ εἴσοδος τῶν Τούρκων τουριστῶν στήν Ἑλλάδα! Τέλος πάντων, ὁ καλός καιρός καί ἡ καλή παρέα δέν ἄφησαν τό κέφι μας νά πέσει: κάποια στιγμή περάσαμε στό τουρκικό ἔδαφος καί πιάσαμε τόν παλιό (καί ἄθλιο) δρόμο πρός Κεσάνη. Λίγο πρίν τήν πόλη στρίψαμε ἀριστερά καί πήραμε τόν νέο δρόμο πρός βορράν. Δυό λωρίδες πηγαίνουν καί δύο ἔρχονται, μέ διαχωριστικό αὐλάκι ἀνάμεσά τους. Καλός κι εὐθύς δρόμος, ἀπαραίτητος γιά τήν διακίνηση τόσου πληθυσμοῦ καί τόσων ἐμπορευμάτων, ἀλλά πάντως δέν φαίνεται νά τόν …συνήθισαν ὅλοι: μέσα σέ 100 χιλιόμετρα διαδρομή συναντήσαμε τρία αὐτοκίνητα νά κινοῦνται στό ρεῦμα μας …ἀνάποδα!
Πλησιάζοντας στόν προορισμό μας, κάπου δέν στρίψαμε ὅπως ἔπρεπε καί μπήκαμε κατά λάθος στήν πόλη Χάβσα. Μιλᾶμε γιά πολιτισμικό σόκ. Ὁ κεντρικός της δρόμος ἦταν σάν φρεσκοβομβαρδισμένος, τά γύρω καταστήματα σάν σκηνικό τοῦ Μπόλυγουντ καί τά ἑκατέρωθεν ἀνοίγματα (δέν μπορῶ νά μιλήσω γιά «δρόμους») ἁπλῶς ἀπερίγραπτα. Ὄχι, δέν περίμενα νά δῶ κάτι σάν τό Μονπελιέ ἤ τή Σιένα, ἀλλά ἐδῶ ἐπρόκειτο γιά εἰκόνα ἀπό ἄλλον αἰώνα, ἄλλη ἤπειρο. Ἁπλῶς ἀπίστευτο.
Συνεχίσαμε καί πλησιάσαμε στήν Ἀδριανούπολη. Δεξιά κι ἀριστερά μας γειτονιές ὁλόκληρες ἀπό ὁμοιόμορφες κατοικίες δείχνουν τόν δυναμισμό τῆς ἀναπτυσσόμενης οἰκονομίας. Στήν εἴσοδο τῆς πόλης τό ἐπιβλητικό Πανεπιστήμιο Θράκης, τό ὄργανο τῆς νεοοθωμανικῆς Τουρκίας γιά μορφωτική ἐπιβολή στά Βαλκάνια. Κτίρια τεράστια, καθαρά, πουθενά ἀφίσες ἤ συνθήματα τοίχου, καί τό νοσοκομεῖο ἐπιβλητικό. Τί πουλιά πιάνουν ἀπό ἐπιστημονικῆς πλευρᾶς δέν ξέρω ἀλλά ὅταν ἔχεις σαφή πολιτική καί πολύ χρῆμα, δέν τίθεται θέμα ἀποτυχίας. Ἡ κεντρική ὁδική ἀρτηρία (Ταλάτ Πασᾶ!) συνεχίζει καί μετά τά νεόδμητα, ἀδιάφορα κτίρια μᾶς φέρνει στήν καρδιά τῆς πόλης, ὅπου βρίσκεται τό τοπόσημό της (τό τέμενος Σελιμιγέ) καί τό ἀληθινό της ὀθωμανικό χρῶμα.
Τό τέμενος εἶναι ἐντυπωσιακό, τόσο ἐξωτερικά ὅσο καί ἐσωτερικά. Αὐτός ὁ Σινάν ἦταν μέγας τεχνίτης, πράγματι, πουθενά ὅμως δέν εἴδαμε νά μνημονεύεται ἡ ἑλληνική του ρίζα (ἀλλαξοπίστησε στά 19 του), ἐννοῶ οὔτε στά τουριστικά ἀφιερώ-ματα τοῦ κατεστημένου ἑλληνικοῦ Τύπου. Τή στιγμή πάντως πού ἔμπαινα στό τζαμί τῆς θριαμβεύουσας Τουρκοκρατίας μιά σκέψη μοῦ ἦρθε στό μυαλό καί δέν μέ ἄφησε νά τό δῶ ὡς ἁπλό αἰσθητικό ἀποτέλεσμα: πόσο προγονικό μας αἷμα ἔρρευσε τά χρόνια ἐκεῖνα πρίν στηθεῖ στή θρακική γῆ τό τέμενος αὐτό καί μπασταρδέψουν μέχρις ἐξαλείψεως τό ἑλληνικό – χριστιανικό της χρῶμα;…
Βγήκαμε ἀπό τό συγκρότημα τοῦ Σελιμιγέ καί γύρω ὁ τόπος ἔπαλλε ἀπό τή σύγχρονη ζωή. Οἰκογένειες καθισμένες στό γρασίδι, ἐλάχιστες μαντῆλες, μικροπωλητές ντυμένοι μέ ὀθωμανικές στολές, κόσμος πολύς, κακοφτιαγμένος καί κακοντυμένος μπαινόβγαινε στά μίζερα μαγαζάκια πού δέν τούς ἔριξα οὔτε μιά ματιά ἀπό περιέργεια. Στή διάσημη ἁλυσίδα Ὀσμάν ἡ παρέα μας ἔφαγε τήν σπεσιαλιτέ του: τηγανητά κεφτεδάκια καί συκωτάκια πού σέρβιρε ἕνα ἀγενές γκαρσόν, χωρίς λέξη ἀγγλικά, σέ συνθῆκες ὑγιεινῆς πού θύμιζαν ἰνδική ἐπαρχία. Τά ὀκτώ εὐρώ τό κεφάλι δέν τά λές καί φτηνά, ἄν ἀναλογιστεῖς ὅτι συνοδεύτηκαν μόνο μέ νερό καί ντοματοσαλάτα. Συνεχίσαμε τή βόλτα στό κέντρο πρός τόν πεζόδρομο τῆς Σαρατσλάρ. Ὑπῆρχαν σημεῖα πού τά ἔλεγες καί συμπαθητικά. Δέν προλαβαίναμε νά δοῦμε τό Μουσεῖο τῆς Ὑγείας ἤ τήν ἀναστηλωμένη Συναγωγή, οὔτε καί καιγόμασταν, εἶναι ἀλήθεια. Ὅμως ἡ γενική εἰκόνα ἕνα ἐρώτημα μοῦ γεννοῦσε: τί σκατά βρίσκει ὁ Ἕλληνας, εἰδικά, ἐπισκέπτης στήν πόλη αὐτή γιά νά ἔρχεται κάθε τρεῖς καί δύο;
Μιάν ἀπάντηση πῆρα στόν δρόμο μας γιά τήν ἔξοδο: τό ἀπέραντο παζάρι πού γίνεται κάθε Παρασκευή καί ὅπου μαθαίνουμε πώς προστρέχουν πολλοί Ἑβρίτες, λόγῳ φτήνειας. Δίπλα οἱ ἐλεεινοί γυφτομαχαλάδες σοῦ δίνουν τήν ἐντύπωση πώς ἄν χαλάσει τό αὐτοκίνητό σου ἐδῶ, δέν θά βροῦνε τίποτε ἀπό σένα (καλά, γιά γυναίκα μόνη της δέν τό συζητᾶμε). Βγήκαμε ἀπό τήν πόλη καί κατευθυνθήκαμε πρός τά ἑλληνικά σύνορα. Ἡ γέφυρα τοῦ Ἕβρου καί οἱ πράσινες ὄχθες τοῦ ποταμοῦ μέ τά ἑστιατόρια καί ζαχαροπλαστεῖα ἦταν τό πρῶτο σημεῖο πού θά τό ἔλεγες ἀνεπιφύλακτα ὡραῖο. Μετά τή στάση γιά τόν καφέ συνεχίσαμε γιά τό Κάραγατς, πού κραύγαζε ἀπό μακρυά τήν καταγωγική του ἑλληνικότητα: συμμαζεμένος οἰκισμός, παλιά μά ὄμορφα σπίτια, αἰσθητική φροντίδα κι ἕνας σιδηροδρομικός σταθμός μνημειώδης, πού στάθηκε ἀφορμή γιά τήν παραχώρηση τοῦ προαστίου στήν Τουρκία τό 1923.
Ἡ ἐπιστροφή στήν Ἑλλάδα καί ἡ εἴσοδος στήν Ἀλεξανδρούπολη μοῦ ἔφερε ἕνα αἴσθημα ἀνακούφισης. Ὅλα ἔδειχναν τόσο καλοβαλμένα, τακτοποιημένα, καθαρά, σύγχρονα… Τώρα κατάλαβα γιατί πάει ὁ Ἕλληνας στήν Ἀδριανούπολη: γιά νά νιώσει καλά μέ τόν τόπο πού ζεῖ, νά αἰσθανθεῖ τυχερός – ἀκόμα καί σήμερα! – πού δέν γεννήθηκε λίγα χιλιόμετρα ἀνατολικότερα.