Η Ελλάς ως αδιάσπαστος εθνική οντότης, έχει το προνόμιο να διαθέτει δύο τεραστίας σημασίας προπύργια, τόσο σε όρους γεωγραφικούς όσο και σε πνευματικούς. Το πρώτο είναι τα βόρεια σύνορά της που ορίζονται από την Ήπειρο, την Μακεδονία και την Θράκη (σημείωσις: όλη αυτή η έκτασις αποτελούσε την Αρχαία Θράκη του Ομήρου), ενώ το δεύτερο είναι η περιοχή που ορίζεται από τις υψίστης γεωπολιτικής σημασίας νήσους Κρήτη και Κύπρο. Αυτά τα δύο προπύργια, υπό την προϋπόθεσι διαμορφώσεως εθνικής συλλογικής στρατηγικής, εξασφαλίζουν τόσο την εθνική μας συνοχή, όσο και τα γεωπολιτικά μας συμφέροντα, καθιστώντας αυτόν τον φύσει και θέσει ενιαίο και αδιάσπαστο ελληνικό χώρο εν δυνάμει πανίσχυρο. Οι τελείως εσφαλμένες όμως, σε βαθμό εθνικής μειοδοσίας πολιτικές των κατ’ ευφημισμόν αντιπροσώπων του Ελληνισμού, τουλάχιστον κατά τις τελευταίες έξι δεκαετίες, εκτός των άλλων φρόντισαν να διασπάσουν την ενότητα του συγκεκριμένου χώρου επιβάλλοντας στους νόες τόσο ημών των Ελλαδιτών όσο και των Ελλήνων άδερφών μας της Κύπρου την άποψι πως «η Κύπρος κείται μακράν».

Η επί 37 συναπτά έτη αιμορροούσα μεγαλόνησος έχει επανέλθει τους τελευταίους μήνες στο επίκεντρο των παγκοσμίων γεωπολιτικών τεκταινομένων, λόγω των υποθαλασσίων κοιτασμάτων φυσικού αερίου που ανακαλύφθησαν εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Είναι λοιπόν η νήσος μίας «σύγχρονης Αφροδίτης», η οποία ενεδύθη την χρυσοποίκιλτη εσθήτα της θεάς του (ορυκτού) πλούτου, που κρύβει επιμελώς ο «Όλυμπος» των 12+1 … οικοπέδων της Α.Ο.Ζ. της. Το γεγονός αυτό έχει καταστήσει την Κύπρο μας θέλγητρο των μεγάλων γεωπολιτικών παικτών, οι οποίοι μεταφέρουν τα «ασπρόμαυρα τετράγωνα» της γεωστρατήγικής τους στην Ανατολική Μεσόγειο, με αποτέλεσμα την ραγδαία αναβάθμισι της αξίας και του ρόλου της νήσου στο διεθνές γίγνεσθαι.

Η αναβάθμισις αυτή βεβαίως δεν ετελέσθη εξ αίφνης και αβίαστα, αλλά αντιθέτως είναι το αποτέλεσμα μίας πολιτικής με στρατηγική και πνεύμα ελληνικόν. Η πολιτική αυτή ασκήθηκε από τον αείμνηστο Τάσσο Παπαδόπουλο, ο οποίος ως γνήσιος Έλλην αποφάσισε να αγωνιστεί εναντίον των σκοτεινών σχεδίων που επιθυμούσαν την αναίμακτη τουρκοποίησι της μεγαλονήσου. Με το απαράμιλλο σθένος, την ανδρεία και το πολιτικό όραμα που χαρακτήριζαν ανέκαθεν κάθε μεγάλο Έλληνα ηγέτη, συνέβαλε τα μέγιστα στην καταψήφισι και απόρριψι του επαίσχυντου σχεδίου Ανάν το 2004, ενώ το ίδιο έτος προχώρησε στην ανακήρυξι της κυπριακής ΑΟΖ, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την εκκίνησι των διαδικασιών οριοθετήσεως της με τα εμπλεκόμενα παράκτια κράτη, πλην της Ελλάδος που προς το παρόν το αποφεύγει. Συνεπώς, 28 έτη μετά την μονομερή ανακήρυξι του ψευδοκράτους-ΤΔΒΚ (15 Νοεμβρίου 1983) από τον Ραούφ Ντενκτάς, η Τουρκία αντιμετωπίζει μία κατάστασι που ενδεχομένως δεν ανέμενε, απλώς και μόνον επειδή ένας ηγέτης και ο ελληνόψυχος λαός του επέλεξαν να ορθώσουν το ανάστημά τους και να διεκδικήσουν αυτά που εδικαιούντο.

Το διακύβευμα στην περιοχή είναι τεράστιο, τόσο από οικονομικής όσο και από γεωπολιτικής απόψεως, σε βαθμό που η Τουρκία έχει φανεί διατεθειμένη να αναλάβει το ρίσκο ακόμα και μίας πολεμικής συρράξεως. Για αυτό τον λόγο αδημονεί και πιέζει, σε αγαστή συνεργασία με την ηγεσία του ψευδοκράτους, να επιτευχθεί η συμφωνία που θα προβλέπει την δημιουργία διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας, γεγονός που θα της αποφέρει φυσικά τεράστια κέρδη από την συνεκμετάλλευσι των κοιτασμάτων. Η Τουρκία σαφώς εξακολουθεί να ασκεί την στρατήγική της, όπως θα έπραττε οποιοδήποτε σοβαρό κράτος που προσπαθεί να εξασφαλίσει τα συμφέροντά του. Αυτή η στρατηγική, όμως, δεν θα είχε καμμία αξία και κανένα αντίκτυπο αν δεν είχε αρωγούς την ελλαδική μειοδοσία και την υποχωρητική τακτική της αμφιλεγόμενης κυπριακής ηγεσίας. Η αλήθεια είναι πως η θέσις της γείτονος είναι πολύ δυσχερής, παρ’ ότι θέλει να δείξει την εικόνα μίας αμέμπτου και παντοδύναμης χώρας. Και θα γίνεται ολοένα και πιο δυσχερής όσο θα πλησιάζουμε τον Ιούλιο του 2012, οπότε και η Κύπρος αναλαμβάνει την προεδρία της Ε.Ε. για το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Πρέπει λοιπόν να είμεθα προετοιμασμένοι και να αναμένουμε πολύ έντονες και ασφυκτικές πιέσεις από την πλευρά των ηγεσιών Τουρκίας και ψευδοκράτους προς επίτευξιν των παραλόγων επιδιώξεών τους, καθώς θα είναι ανυπέρβλητη η διπλωματική αποτυχία που θα προκληθεί από το εν λόγω γεγονός, καθώς για την Τουρκία δεν υφίσταται Κυπριακή Δημοκρατία.

Όσον αφορά την Μητέρα Ελλάδα, η κατάστασις μόνο ως ζοφερά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Η Τουρκία έχει πλέξει μία θηλιά γύρω από τον λαιμό της ανίσχυρης και εξουθενωμένης Πατρίδος μας, καθώς οι δεδομένες νεο-οθωμανικές της επιδιώξεις εκφράζονται πλέον και από τις ούτως ή άλλως προϋπάρχουσες επεκτατικές βλέψεις των βορείων γειτόνων μας (Αλβανία, Σκόπια) που σαφέστατα καθοδηγούνται και επηρεάζονται από την τουρκική ηγεσία. Δυστυχώς «η γείτονα» έχει επιβάλλει πλήρως τις θέσεις της στην Ελλάδα, οι κατ’ ευφημισμόν ηγέτες της οποίας αρνούνται να ανακηρύξουν και να οριοθετήσουν την ελληνική Α.Ο.Ζ., συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του νευραλγικού νησιωτικού συμπλέγματος που γνωρίζουμε ως Καστελόριζο (Ρω, Μεγίστη, Στρογγύλη). Ένα τέτοιο γεγονός θα συνέτεινε στην ενοποίησι του νοτίου προπύργιού μας, θα περιόριζε και θα εγκλώβιζε ασφυκτικώς την Τουρκία, καθώς θα την απέκλειε από οιασδήποτε μορφής οικονομική εκμετάλλευσι στο Αιγαίο Πέλαγος και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Διανύουμε λοιπόν μία ιστορική συγκυρία που λίαν συντόμως θα φέρει σύσσωμο τον Ελληνισμό προ των ευθυνών του. Μας προσφέρεται μία ιστορική ευκαιρία για την άσκησι συλλογικής δράσεως και ενιαίας στρατηγικής ελλαδικού και κυπριακού Ελληνισμού που θα περιορίσουν την Τουρκία στην ενδοχώρα της, απαξιώνοντας την γεωπολιτική της ισχύ και ανατρέποντας τα σχέδια της να καταστεί ισχυρά περιφερειακή δύναμις. Είναι στην ευχέρειά μας να την εγκλωβίσουμε στις παράλογες απαιτήσεις της και να μετατρέψουμε τα νεο-οθωμανικά της όνειρα σε νεοβυζαντινούς εφιάλτες. Αυτή η ευκαιρία πρέπει πάσει θυσία να αξιοποιηθεί, πριν η Τουρκία δημιουργήσει ένα νέο κυπριακό ζήτημα και τετελεσμένα γεγονότα, με μία φερ’ ειπείν απρόσμενη (όπως αυτή του Αττίλα;) εισβολή στην Μεγίστη, στην Θράκη ή σε κάποιο νησί του Ανατολικού Αιγαίου.

Εύλογη και αναμενόμενη η απορία: Πώς θα μπορούσαμε να επιτύχουμε όλα αυτά; Λίαν συντόμως θα κληθούμε να αποφασίσουμε την οδό που θα ακολουθήσουμε στο σταυροδρόμι της ελληνικής ιστορίας: Η πρώτη είναι η οδός της αρετής που θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεσι μία πνευματική επανάστασι, η οποία θα μας βοηθήσει να επανεύρουμε τον έαυτό μας και την εθνική μας ταυτότητα. Αναγεννώντας πρωτίστως την ίδια μας την ύπαρξι, θα αναλάβουμε εν τέλει τις ευθύνες που μας αναλογούν ως πολίτες, θα εκδιώξουμε τα στρατευμένα φερέφωνα που έχουν υπονομεύσει την ενότητα Ελλάδος-Κύπρου και έχουν δεσμεύσει την εθνική μας ανεξαρτησία και θα ορίσουμε τους αντιπροσώπους που θα αναλάβουν να ισχυροποιήσουν την Πατρίδα μας ως ενιαία οντότητα. Επιπροσθέτως, θα προστατεύσουμε την Κύπρο μας, ειδικώς τώρα που αντιμετωπίζεται σαν ένα γιγάντιο χρυσορυχείο, αναδεικνύοντας τον τεραστίας σημασίας, για την ελληνική ιστορία, πολίτισμό της και διακηρύσσοντας γενικώς με κάθε τρόπο πως «εστίν ούν Ελλάς και η Κύπρος». Τα φωτεινά παραδείγματα του πρωτοστατούντος στους αγώνες υπέρ του Έθνους κυπριακού Ελληνισμού, αποδεικνύουν πως αυτή την οδό ακολούθησε τόσο ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, όταν «πήρε την ανηφοριά», όσο και ο αθάνατος Τάσσος Παπαδόπουλος που ενέπνευσε μία «ουτοπία». Αυτή και μόνο η οδός οδηγεί στην ανάκτησι των απολεσθέντων, της αξιοπρεπείας μας, της εθνικής μας υπερηφανείας και σταδιακώς στην ισχυροποίησι της ενιαίας Πατρίδος μας, τόσο σε πνευματικό όσο και σε οικονομικό-γεωπολιτικό επίπεδο.

Η δεύτερη οδός είναι αυτή της κακίας που θα την έχουμε συνειδητώς ακολουθήσει αν δεν αφουγκραστούμε τις κραυγές αγωνίας που εκπέμπει η Ελλάς. Συνέπεια της επιλογής αυτής της οδού θα είναι η πλήρης αποδόμησις, ο κατακερματισμός, η καταστροφή και η περαιτέρω συρρίκνωσις του Ελληνισμού. Η γενιά μας θα καλυφθεί από τα πιο βαριά πέπλα της αιωνίου λήθης, καταδικασμένη από την ίδια την ιστορία. Η επιλογή είναι δική μας!

 

Ιωάννης Σ. Φριτζαλάς

Γεωπολιτικός-ιστορικός ερευνητής

f_john542@hotmail.com

 

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Αντιφωνητή στις 16-12-2011)