Οἱ δεκάδες χιλιάδες τῶν Ἰσπανῶν ἀγανακτισµένων διαδηλωτῶν («Los Indignados») πού παρέµειναν στίς δεκάδες πλατεῖες τῆς χώρας ἦταν σίγουρα ἡ σηµαντικότερη ἀχτίδα ἐλπίδας στό σύγχρονο πολιτικό σκηνικό τῆς Εὐρώπης. Οὔτε οἱ καιρικές συνθῆκες, οὔτε οἱ ἀστυνοµικές ἀπαγορεύσεις, οὔτε τά κυβερνητικά καλοπιάσµατα ἀπέτρεψαν τήν πολυήµερη κινητοποίηση πρίν καί µετά τίς τοπικές ἐκλογές στίς πλατεῖες τῆς χώρας καί κυρίως στήν πλατεία Πουέρτα ντέλ Σόλ στό κέντρο τῆς Μαδρίτης. Ἡ πρωτοβουλία τους αὐτή βρῆκε µιµητές καί συµπαραστάτες σέ ὅλη τήν Εὐρώπη.Τί διεκδικοῦν οἱ Ἰσπανοί πολίτες, πού οἱ ἴδιοι παροµοιάζουν τήν κινητοποίησή τους µέ κείνην τῆς αἰγυπτιακῆς πλατείας Ταχρίρ; Πρῶτα ἀπ’ ὅλα πραγµατική δηµοκρατία, ὅπως λέει καί τό κεντρικό τους σύνθηµα. Κι ἀπό κεῖ καί πέρα ἐργασία, κοινωνικό κράτος, ἀλλαγή οἰκονοµικῆς πολιτικῆς… Πράγµατα πού ἀφοροῦν τό σύνολο τῆς ὑφηλίου σήµερα, ἀκόµη κι ἄν ἡ ἀνεργία ἀλλοῦ δέν γνωρίζει τήν ἔξαρση τῆς Ἰβηρικῆς περίπτωσης, ὅπου ἕνας στούς δύο νέους εἶναι χωρίς δουλειά καί τά 5 ἑκατοµµύρια τῶν ἀνέργων δίνουν γενικό ποσοστό τῆς ἀνεργίας πάνω ἀπό τό 20% χρόνια τώρα.

Βλέποντας λοιπόν κάποιοι ἀριστεροί (τοῦ καναπέ καί µή) τήν ἰσπανική περίπτωση, ὀνειρεύτηκαν ἀνάλογες καταστάσεις καί ἐδῶ, µέ τήν ἀφεντιά τους (φυσικά) στήν πρωτοπορία. Πράγµατι, κινητοποιήσεις ἔγιναν ἀλλά τό γιούχα τοῦ κόσµου στίς πλατεῖες τούς ἔβαλε στή θέση τους. Κι ὅσο κι ἄν ὑπάρχουν ἀναλογίες, ὑπάρχουν καί οὐσιώδεις διαφορές, τίς ὁποῖες ἡ ἀριστερίστικη, µανιχαϊκή ἀνάλυση τείνει νά τίς παραβλέπει ἤ ἁπλᾶ τίς ἀγνοεῖ.

Ἡ αὐχµηρή πραγµατικότητα εἶναι πώς ὁρισµένοι ἀφορισµοί τοῦ πασοκικοῦ καθεστῶτος δέν εἶναι ἄµοιροι ἀλήθειας. Τό γνωστό «µαζί τά φάγαµε», λ.χ., δίνει πράγµατι ἕνα µέτρο τῆς τροµακτικῆς ἔκτασης τῆς διαφθορᾶς τοῦ κοινωνικοῦ σώµατος. Καί τό αἴσθηµα ἐνοχῆς µεγάλου µέρους τῆς κοινωνίας, ἀπό τίς ἐλίτ τῆς πρωτεύουσας µέχρι τόν ἀγροτόκοσµο στίς ἐσχατιές τῆς ἐπικράτειας, παίζει καθοριστικό ρόλο. Δέν εἶναι µόνον οἱ «καβάτζες» τοῦ παρελθόντος πού ἐπιτρέπουν σ’ ἕνα µέρος τοῦ κόσµου ν’ ἀντέχει. εἶναι καί ἡ ἐνεργός ἤ παθητική συνενοχή του στό πλιάτσικο πού προηγήθηκε καί µᾶς ἔφερε ὥς ἐδῶ, µιά συνενοχή πού τόν κρατᾶ σέ αἰδήµονα σιωπή. Τί νά πεῖ τώρα ὁ διανοούµενος πού τόσα χρόνια δέν εἶπε λέξη γιά τό λαµόγιο τόν ὑπουργό δίπλα του καί τήν παρακµή ὁλόγυρά του; Τί νά φωνάξει ὁ ἐργάτης πού κλείνει τό ἐργοστάσιό του, ὅταν γιά χρόνια δέχτηκε νά παίζει παιχνίδια µέ τήν ἐργοδοσία καί τούς πολιτικούς παράγοντες, πού ἔκλεβε ὅ,τι προλάβαινε; Πῶς νά πολυφωνάξει ὁ ἀγρότης πού ρήµαξε τόν συνεταιρισµό, πού διόρισε ρουσφετολογικά τά παιδιά του, πού ἐξαπάτησε τόν ΕΛΓΑ;

Τό ἔχουµε ξαναγράψει: ἡ µόνη ἐπιτυχής κοινωνικοποίηση στά τριάντα (ναί, 30!) χρόνια τοῦ ΠαΣοΚ ἦταν αὐτή τῆς διαφθορᾶς. Πέτυχε νά ἁπλώσει τή σήψη ἀπό τήν – ὥς τό 1981 κυβερνώσα – µεγαλοαστική τάξη στό σύνολο τοῦ κοινωνικοῦ σώµατος. Γιαυτό τόσοι λίγοι ἔχουν ἀκόµα τό σθένος νά µιλᾶνε κατά τοῦ καθεστῶτος, ἀκόµη καί γιά τίς πιό χυδαῖες του προκλήσεις. Φαίνεται στίς ἐγχώριες διαµαρτυρίες πώς µόνο ἡ νέα γενιά, πού δέν βαρύνεται µέ τίς ἁµαρτίες τῶν προηγουµένων, µπορεῖ νά στελεχώσει µιά λαϊκή κινητοποίηση ἄξια τοῦ ὀνόµατός της. Καλό εἶναι λοιπόν νά κρατᾶµε ἀφενός χαµηλές προσδοκίες γιά τίς ἀντιδράσεις κι ἀφετέρου ζωντανή ἐπαφή µέ τήν κοινωνική πραγµατικότητα πού ἀφίσταται τῶν λαϊκίστικων προσεγγίσεων.