Αγαπητοί φίλοι,

Αναλαμβάνοντας την ευθύνη μιας παρουσίασης με το θέμα της σημερινής ημερίδας πρέπει να ομολογήσω ότι είχα δύο κυρίως προβλήματα να αντιμετωπίσω. Το πρώτο ήταν το ακροατήριο, ένα ακροατήριο άγνωστο σε μένα, άρα και αδήλων απαιτήσεων από τον ομιλητή. Και το δεύτερο ήταν το θέμα αυτό καθαυτό, εφόσον οι διαστάσεις και οι πτυχές του είναι περίπου άπειρες. Για την ακρίβεια είναι το μείζον θέμα της σύγχρονης εποχής. Καθώς λοιπόν δεν είμαι και αυτός που θα λέγαμε ο καθ’ ύλην αρμόδιος, ένας πολιτικός επιστήμονας λ.χ., παρακαλώ για την επιείκειά σας και ελπίζω ότι ο διάλογος που θα ακολουθήσει θα θεραπεύσει τις τυχόν αναπηρίες της εισήγησης. Οι απόψεις που ακολουθούν είναι βεβαίως προσωπικές μου αλλά ταυτόχρονα τις συμμερίζεται ο πυρήνας του εντύπου μας, του «Αντιφωνητή».

 

Αναρωτιέμαι, τι σημαίνει η λέξη ταυτότητα για τον άνθρωπο; Είναι, θα λέγαμε, ο τρόπος με τον οποίον υπάρχει και πορεύεται στη σύντομη ζωή του. Είναι επίσης κι ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνεται ο ίδιος την ύπαρξή του μέσα στον χώρο και στον χρόνο που του δόθηκε. Είναι όμως και ο τρόπος με τον οποίο ταυτίζεται κανείς με τους άλλους ανθρώπους και με το περιβάλλον του. Είμαστε λοιπόν νέοι ή μεσήλικες, Έλληνες ή Κινέζοι, άνδρες ή γυναίκες, ορθόδοξοι ή προτεστάντες. Κι επίσης είμαστε αριστεροί ή δεξιοί, πατριώτες ή κοσμοπολίτες, πιστοί ή άθεοι, παοκτζήδες ή αρειανοί κτλ κτλ. Στα μεγάλα ή στα μικρά ζητήματα του βίου έχει καθένας μια τοποθέτηση και μιαν αντίληψη, που την κληρονόμησε ή την διαμόρφωσε και η οποία τον χαρακτηρίζει, συγκεφαλαιώνοντας το ανθρώπινο πρόσωπό του.

Όλα τούτα ήταν λίγο πολύ δεδομένα μέχρι την εποχή της αποδόμησης. Μέχρι δηλαδή τις μέρες μας, στις οποίες μια σχολή που πρεσβεύει τον απόλυτο σχετικισμό και την αδυναμία οποιασδήποτε βεβαιότητας και αξιολογίας έχει κυριαρχήσει σε κάθε έκφανση του δημοσίου λόγου. Η αποδόμηση είναι βέβαια μία έννοια που εισήχθη από τον Ντεριντά ήδη στη δεκαετία του ’60 και είχε τις ρίζες της στον Χάιντεγκερ. Μπορούμε να πούμε ότι είναι η λογική κατάληξη της δυτικής φιλοσοφίας του μηδενισμού, μάλιστα η Τέχνη είχε προηγηθεί με κινήματα όπως το Νταντά. Το τι ακριβώς πρεσβεύει δεν μας το είπε ούτε ο ίδιος ο Γάλλος εισηγητής της, αντιλαμβανόμενος την δυσκολία να ορίσεις κάτι το οποίο εξ αρχής αμφισβητεί κάθε ορισμό. Ο ισχυρισμός ότι το νόημα των λέξεων είναι εντελώς αυθαίρετο και ότι, στο βάθος, η πραγματικότητα είναι κάτι το οποίο κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει προφανώς αποτελεί μιαν επίθεση στη γλώσσα και στη σκέψη, στην ίδια την ιδέα της αλήθειας και, φυσικά, σε κάθε αξία και παράδοση.

Πώς όμως ένα ρεύμα φιλοσοφικό έφτασε να καλύψει όχι μόνο τις περιοχές της Ιστορίας, της Πολιτικής επιστήμης, της Κοινωνιολογίας, της Νομικής, της Αρχιτεκτονικής, αλλά τελικά κι αυτής της ίδιας της καθημερινότητας; Είναι φανερό ότι το πνευματικό κλίμα ευνοούσε κάτι τέτοιο. Μήπως όμως δεν ήταν μόνο το πνευματικό κλίμα; Μήπως ήταν – από ένα χρονικό σημείο και πέρα – και το πολιτικό κλίμα εξαιρετικά ευνοϊκό; Μιλώ για το χρονικό ορόσημο του 1989-1990, για την οριστική κατάρρευση του κομμουνιστικού κόσμου και την αποχαλίνωση του καπιταλισμού. Κάπου εκεί φαίνεται να διαμορφώνονται οι κατάλληλες συνθήκες που θα επέτρεπαν την πλήρη διάλυση κάθε νοήματος και την βολική για τους θριαμβεύοντες κρατούντες την πλήρη εξάρθρωση των δυτικών κοινωνιών. Γιατί τι θα σημαίνει πλέον στα χρόνια της Παγκοσμιοποίησης να είναι κάποιος «Γάλλος» ή «Ρώσος»; Τι σημαίνει στη Νέα Εποχή «Καθολικός ή Ορθόδοξος», αναρωτιέται η κυρίαρχη προπαγάνδα. Δεν είναι όλα αυτά «κατασκευάσματα» που κάποιοι για τους δικούς τους λόγους μας τα επέβαλαν στο πρόσφατο παρελθόν; Δεν πρόκειται για κάποιες κοινότητες, εξίσου φαντασιακές με όλες τις άλλες; Επίσης, τι σημαίνει «άνδρας» και τι «γυναίκα»; Δεν είναι αυτά σεξουαλικές επιλογές μας που τις κάνουμε στη διάρκεια της ζωής μας, από την εφηβεία και μετά; Και τι θα πει νέος και ηλικιωμένος, δεν έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα στη χαρά, στην κατανάλωση, στον έρωτα;

Η καλύτερη ανάγνωση αυτών των μηνυμάτων που στέλνουν τα αφεντικά στο πόπολο είναι μέσα από τα τηλεοπτικά και κινηματογραφικά προϊόντα της μαζικής (υπο)κουλτούρας. Παντού κυρίαρχους, κεντρικούς ρόλους ηρώων έχουν κάποιοι ξένοι, κάποιοι περιθωριακοί, κάποιοι ομοφυλόφιλοι… Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να παρατεθούν παραδείγματα, η κοινή εμπειρία όλων το επιβεβαιώνει περίτρανα. Η εξαίρεση αποθεώνεται για να υπονομευτεί η πίστη στον κανόνα. Ταυτόχρονα κάθε ουσιώδης διαφορά ισοπεδώνεται. Όλους (πρέπει να) τους συνέχει μια καταναλωτική αντίληψη της ζωής, μιας ζωής που δεν έχει καμμία μεταφυσική διάσταση, καμμία μη εμπορική πτυχή, καμμία έγνοια για συλλογικότητες. Τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση και γελοιοποίηση, με μια κατεδαφιστική μανία που ξεπερνά κάθε αυτοκαταστροφική εξήγηση. Η Ιστορία κάθε λαού είναι ένα άθροισμα τυχαίων συμβάντων, τα έθνη κατασκευάστηκαν πριν λίγα χρόνια, οι θρησκείες – μάλλον όχι οι θρησκείες γενικά αλλά ειδικά ο χριστιανισμός  είναι μεσαιωνικό απολίθωμα, οι ήρωες του παρελθόντος ήταν ανάξια ανθρωπάκια της βάρβαρης, προεπιστημονικής εποχής, οι ενστάσεις για τον ρόλο των κυρίαρχων τάξεων είναι παλαιοκομμουνιστικά απολιθώματα κτλ κτλ. 

Το μόνο που δεν αμφισβητεί η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η παντοδυναμία της Αγοράς. Αντιθέτως γι’ αυτήν η ορολογία που επικρατεί σχετικά με αυτήν περιέχει μόνο λέξεις όπως «απελευθέρωση», «κυριαρχία», «δυναμισμός», «νέα οικονομία» και άλλα παρόμοια, όλα με θετικό περιεχόμενο. Έστω κι αν η πραγματικότητα, όχι η εικονική αλλά η γνήσια, δεν έχει μόνο θετικές πλευρές στη ζωή των ανθρώπων, και τα ασύλληπτα κέρδη από την έκρηξη της οικονομίας τα καρπούνται όλο και λιγότεροι άνθρωποι στον κόσμο.

Έτσι, στον μονοπολικό και μονοδιάστατο κόσμο που προέκυψε πριν 20 χρόνια, οι ποικίλες ανθρώπινες ταυτότητες αποτελούν εμπόδιο στην οικονομική, πολιτική και πνευματική άλωση της ανθρωπότητας. Αυτοί που έχουν συσσωρεύσει άπειρα πλούτη από το τίποτε, αυτοί που προσπαθούν να ελέγξουν την πορεία της υφηλίου, τους πολέμους, τις κρίσεις και τις ανακατατάξεις έχουν ανάγκη έναν πολτό ατόμων μιας αδιαφοροποίητης μάζας. Η ιδεολογία της εξατομίκευσης, η λαίλαπα της κατανάλωσης, ο αντιεθνικιστικός οίστρος, η μηδενιστική πολεμική στις θρησκείες, ο καταστατικός αντικληρικαλισμός, η θετική υπερπροβολή κάθε ανωμαλίας δεν είναι σημάδια μιας ανεκτικής κοινωνίας. Είναι σημάδια της αποσύνθεσης της κοινωνίας στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον του σήμερα. Είναι η πολεμική των κρατούντων με βάση την οποία πλήττεται το ηθικό και η αυτοπεποίθηση των ανθρώπων. Πρέπει όλοι να πειστούμε ότι δεν είμαστε τίποτε παραπάνω από «κατά φαντασίαν άνθρωποι» κι όλα όσα θεωρούμε σημαντικά στη ζωή μας είναι ένα τίποτε. Αν δεν βάλει καθένας από μάς την κατανάλωση και μόνον αυτήν στο κέντρο του βίου του, μηδενίζοντας κάθε αναφορά σε οικογένεια, έθνος, πατρίδα, εκκλησία κτλ δεν θα ησυχάσουν. Με αντίστοιχο τρόπο, εργαζόμενοι στο διεθνές σκηνικό, διαλύουν κάθε κράτος που δεν το ελέγχουν και παραλαμβάνουν τα συντρίμμια του για να τα εντάξουν στα ευρύτερα σύνολα που τα χειραγωγούν άνετα. Έτσι δεν είναι μόνο η Γιουγκοσλαβία που έγινε βίαια επτά κομμάτια, από τα οποία τα πρώτα ήδη εντάσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και η πρώην Τσεχοσλοβακία, η πρώην Σοβιετική Ένωση… Πρώτα λοιπόν κάθε εθνική οικογένεια αποσπάται από τον φυσικό της χώρο κι έπειτα επανασυγκολλάται τεχνητά μέσα σε μία πολυπολιτισμική ολότητα όπου πλέον δεν ελέγχει τίποτε απολύτως.

Τι σημαίνει όμως πολυπολιτισμικότητα; Είναι η αποδοχή όλων των πολιτισμών στα πλαίσια μιας ευρύτερης κοινωνίας, με όρους ισότητας κι ελευθερίας. Ακούγεται αρχικά ωραίο, ιδίως όταν κανείς δεν έχει επαφή με τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες. Όμως τι γίνεται στην πράξη; Όλα ξεκίνησαν από τις Νέες Χώρες, δηλαδή από τις χώρες των μεταναστών, όπου ίσως μια τέτοια αρχή θα είχε κάποια βάση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα πρώτα χρόνια το 90% του δημόσιου λόγου περί πολυπολιτισμικότητας προερχόταν από την Αμερική και συναντούσε ισχυρότατες αντιστάσεις στον υπόλοιπο κόσμο (π.χ. στη Γαλλία). Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί, όταν το ίδιο αυτό μοντέλο είναι πια αποδεκτό ότι απέτυχε οικτρά. Ότι δημιούργησε γκέτο στην αμερικανική κοινωνία, διαλύοντας τους όποιους κοινωνικούς δεσμούς (βλ. και πρόσφατη μεταβολή των θέσεων του θεωρητικού της, του Πούτναμ). Αυτό λοιπόν το κοινωνικό μοντέλο που διέλυσε τις ΗΠΑ, συνεχίζει να πλασάρεται στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, δηλαδή σε κοινωνίες έντονα χρωματισμένες με εθνικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα βεβαίως γίνεται και συστηματική προσπάθεια να υπονομευτούν τα χαρακτηριστικά αυτά, αφενός με την αποσύνθεση της τοπικής κοινωνίας κι αφετέρου με την μαζική λαθρομετανάστευση. Όταν φτάσουμε, για παράδειγμα στην Ελλάδα, να μετράμε κάθε 2-3 ελληνόπουλα και ένα προσφυγόπουλο από το Πακιστάν, την Αλβανία ή τη Σομαλία, πώς θα νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ελληνική και ορθόδοξη παιδεία; Ποιαν ταυτότητα θα μπορεί κάποιος να επικαλεστεί για την κοινωνία της πατρίδας μας, όταν αυτή θα έχει μετατραπεί σε εθνολογικό πάρκο; Αν μάλιστα συνδυάσει κανείς την αρρώστεια της πολιτικής ορθότητας που απαγορεύει κάθε λόγο για ανώτερους και κατώτερους πολιτισμούς κι αν βάλει δίπλα και την λυσσαλέα επίθεση κατά παντός προτύπου και υποδείγματος – έχουμε τρελλαθεί να διαβάζουμε για τις «σκοτεινές πλευρές» όλων των μεγάλων ανδρών της Ιστορίας, ελληνικής και ξένης – γίνεται σαφές ότι δεν μένουν πολλά χρόνια ζωής στην Ελλάδα που ξέρουμε. Ήδη η ίδια η ελευθερία του λόγου έχει σχεδόν εξοβελιστεί από τα κατεστημένα ΜΜΕ, αφού κάθε λόγος περί ιδιοπροσωπείας χαρακτηρίζεται ως ρατσιστικός, ακροδεξιός, σκοταδιστικός και άλλα παρόμοια. Κι όσο βλακώδεις κι αν είναι οι αιτιάσεις των εθνομηδενιστών, όσο γελοία κι αν είναι τα επιχειρήματα των προπαγανδιστών, δυστυχώς η ισχύς τους είναι τέτοια που επιβάλλονται. Κι επιβάλλονται γιατί το επιτρέπει η γενικευμένη δική μας άγνοια και αδιαφορία, η δική μας ανεπάρκεια και η ενσωμάτωσή μας στον κόσμο που μας έχουν ετοιμάσει.

Η σύγχρονη (λέμε, τώρα) επιστήμη, είναι ένα κρεββάτι του Προκρούστη στο οποίο τίθενται όλα τα ιστορικά γεγονότα και τα εξέχοντα πρόσωπα που αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του παρελθόντος μας. Δεν είναι κάτι που γίνεται μόνο στην Ελλάδα, αλλά εμάς αυτή μας ενδιαφέρει και σ’ αυτήν αναφερόμαστε. Βγάζοντας τον Μακρυγιάννη τοκογλύφο, τον Κολοκοτρώνη λαφυραγωγό, τον Ελύτη φασίστα και τον Σεφέρη νεκρόφιλο ξεθεμελιώνουν την εθνική μας αυτοπεποίθηση. Μιλώντας για γέννηση του ελληνικού έθνους στα 1821 ή και στα 1830 (!) κόβουν τις υπερχιλιόχρονες ρίζες μας – ή έστω 6 αιώνες νεοελληνικής ιστορίας. Όλα γίνονται προκειμένου να ενδώσουμε σε μια συγχρονική θεώρηση της ιστορίας, να πειστούμε ότι δεν είμαστε τίποτε το ιδιαίτερο κι απλώς έτυχε να μιλάμε την κορυφαία γλώσσα του κόσμου, να ζούμε στα χώματα του μεγαλύτερου ανθρώπινου πολιτισμού. Κτλ κτλ… Και δεν είναι βέβαια μόνο η εθνική ταυτότητα που δέχεται λυσσαλέες επιθέσεις. Το ίδιο συμβαίνει με την θρησκευτική ταυτότητα, όπως θα μας αναλύσει διεξοδικά ο Νεκτάριος Δαπέργολας σε λίγο. Το ίδιο συμβαίνει με την σεξουαλική ταυτότητά μας, όπου ο διαχωρισμός των δύο φύλων είναι πια «παλιομοδίτικος» και πλέον παντού το πρότυπο είναι μία θολούρα μεταξύ της ομοφυλοφιλίας και του πανσεξουαλισμού, με κεντρικό στόχο την υπονόμευση των ανδρικών αξιών και προτύπων. Η εκθήλυνση των αρρένων και ο εκτραχηλισμός των γυναικών είναι μια κατάσταση που ίσως έχει και άλλες αιτίες (τις υπερβολές του φεμινισμού ή την μόλυνση του περιβάλλοντος με πλαστικές ουσίες οιστρογόνας δράσης) όμως είναι κι αυτή ενταγμένη στον ίδιο σχεδιασμό. Το ίδιο λυσσαλέες επιθέσεις δέχεται ο θεσμός της οικογένειας από την προώθηση μιας αυτάρεσκης ατομικότητας που δεν πρέπει να ορρωδεί προ ουδενός.

Το ερώτημα είναι πού πάμε και πώς μπορούμε να μην πάμε εκεί που μας πάνε. Έχουμε όλοι ευθύνη για όσα γίνονται σήμερα. Κανείς δεν μπορεί να μιλά για ευθύνες και σχεδιασμούς άλλων όταν δεν πράττει το δικό του καθήκον απέναντι στην αλήθεια και στην πατρίδα του. Οφείλουμε όλοι να πληροφορούμαστε τις εξελίξεις και να διακρίνουμε πίσω από τα επιφαινόμενα το τι πραγματικά διακυβεύεται. Πρέπει να διαβάζουμε πίσω από τις αερολογίες περί «πολυπολιτισμικότητας» την καταστροφή της ελληνικότητας. Να βλέπουμε ότι η φλυαρία για τα δήθεν «ανθρώπινα δικαιώματα» αποσκοπεί στην υπονόμευση της εθνικής μας κυριαρχίας. Να αντιλαμβανόμαστε ότι η «παγκοσμιοποίηση» δεν έχει καμμία σχέση με την αγαπητική συνάντηση των ανθρώπων αλλά αφορά μόνο την παντοδυναμία των πολυεθνικών εταιρειών. Και να θυμόμαστε ότι η φιλολογία περί «Νέας Εποχής» είναι απλώς η συγκάλυψη της προσπάθειας για κατάργηση του ανθρωπίνου προσώπου. Όπως πολύ σωστά το έχει εκφράσει ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, ο Μάικλ Τζάκσον ήταν το απόλυτο σύμβολο της εποχής μας: ούτε παιδί ούτε ενήλικας, ούτε άνδρας ούτε γυναίκα, ούτε μαύρος ούτε λευκός. Το πού κατέληξε είναι βέβαια γνωστό…

Αν λοιπόν δεν θέλουμε για την κοινωνία και την πατρίδα μας ένα αναλόγως τραγικό τέλος, δηλαδή έναν ταπεινωτικό εξευτελισμό και έναν πρόωρο θάνατο, οφείλουμε να γρηγορούμε. Η ελπίδα πάντα υπάρχει. Οι σημερινές κυρίαρχες δυνάμεις και αντιλήψεις δεν θα είναι ίδιες εσαεί. Κι από την άλλη, η φύση δεν έχει διαστραφεί, η λογική δεν έχει εκλείψει, οι άνθρωποι παραμένουν πάντα άνθρωποι, δηλαδή εν δυνάμει θεοί. Ο μόνη μάχη που χάνεται είναι εκείνη που δεν τη δίνουμε!

 

Κώστας Καραΐσκος

(Από ομιλία στο πνευματικό κέντρο Αγίου Δημητρίου, Σέρρες 27-2-10)