Την Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008, στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο Ροδόπης ο «Αντιφωνητής» παρουσίασε το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, «1204 – Η διαμόρφωση του νεώτερου Ελληνισμού». Ήταν μία εκδήλωση πολύ γόνιμη, οι εισηγήσεις κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον του πολυπληθούς κοινού και το θέμα καλύφθηκε πολλαπλώς.

     Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και σύμβουλος όλων των συντηρητικών κυβερνήσεων μετά την Μεταπολίτευση, Νικόλαος Μέρτζος, επέμεινε στον όρο «ρωμαϊκή» (Αυτοκρατορία) και «Ρωμαίος -Ρωμηός» και στην κληρονομιά που μας αμφισβητήθηκε τόσο από τους Φράγκους όσο και από τους Γερμανούς. Επεσήμανε τα σημερινά ζητήματα της ελληνικής χερσονήσου και τις ρίζες τους στο παρελθόν και αποτίμησε με τρόπο εξαιρετικά θετικό το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ο ίδιος ο Καραμπελιάς ανέπτυξε το σκεπτικό της συγγραφής, επέμεινε στα αποικιοκρατικά χαρακτηριστικά των Σταυροφοριών (και όλης της δυτικής επέκτασης σε βάρος του Βυζαντίου) και επεσήμανε την κομβική μας αδυναμία, να εκσυγχρονίσουμε την παράδοσή μας. Αυτό το τελευταίο, που ήδη είχε ξεκινήσει πριν 8 αιώνες (κλασικά παραδείγματα οι περιπτώσεις Πανσελήνου και Θεοτοκόπουλου στον χώρο της ζωγραφικής), παραμένει το ζητούμενο και σήμερα για τον ελληνισμό: Να ξεφύγει από το πλαίσιο της μίμησης των δυτικών και να πετύχει, έστω και καθυστερημένα, την δική του Αναγέννηση. Όσο για την εισήγηση του Νεκτάριου Δαπέργολα, που πέρα από βασικός συνεργάτης μας είναι και δρ. βυζαντινής Ιστορίας, το κυρίως κείμενό της είχε ως εξής:

 

 

     «…Το βιβλίο αποτελεί ένα έργο απόλυτης ωριμότητας, αυθεντικής και πολύ βαθιάς πνευματικής αναζήτησης, συγχρόνως όμως και μιας πραγματικά αξιοθαύμαστης επιστημονικής ευσυνειδησίας. Δεν στερείται εδώ σημασίας η ομολογία του ίδιου του Καραμπελιά ότι αρκετές φορές στην πορεία μετέβαλε και αναθεώρησε απόψεις σε σχέση με κάποια αρνητικά για το Βυζάντιο στερεότυπα που υπήρχαν ακόμη μέσα στη σκέψη του, πριν ξεκινήσει αυτή η έρευνα. Πέραν όμως αυτής της ομολογίας, είναι κυρίως το ίδιο το βιβλίο και ο καθ’ εαυτόν τρόπος της έρευνας από την οποία προέκυψε, που καθιστούν σαφές ότι ο συγγραφέας ακολούθησε πραγματικά με απόλυτη εντιμότητα το ιστορικό υλικό και δεν προσπάθησε να το ποδηγετήσει, προσαρμόζοντάς το σε προκατασκευασμένες αντιλήψεις. (…)

     Και χρησιμοποιώ βεβαίως σκόπιμα τον όρο αφύπνιση και όχι εθνογένεση, γιατί σε απόλυτο πείσμα του Χομπσμπάουμ αλλά κυρίως των ημετέρων νεόκοπων αποδομητών που φέρουν τη γέννηση του ελληνικού έθνους ως προϊόν του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού ή και ακόμη χειρότερα ως μεταγενέστερη ακόμα και της Επανάστασης του ’21, η αλήθεια ασφαλώς είναι ότι η ελληνική εθνογένεση είναι ακόμη και σε σχέση με την εποχή της Φραγκοκρατίας μία απίστευτα παλαιότερη χρονικά υπόθεση. Είναι γνωστό κατ’ αρχάς και τεκμηριωμένο πάνω σε πλήθος στοιχείων ότι ήδη από τα αρχαία χρόνια ο ελληνικός κόσμος είχε πλήρη συνείδηση της εθνικής του ταυτότητας, παρά τον πολιτικό του κατακερματισμό – το μόνο δηλαδή που του ήταν άγνωστο ήταν η έννοια του «έθνους-κράτους». Φυσικά αυτή η συνείδηση έμελλε να μεταβληθεί στη συνέχεια με την είσοδο νέων στοιχείων, όπως ο Χριστιανισμός και κυρίως η πολιτική ρωμαϊκή οικουμενικότητα, και χρειάστηκε να περάσουν κάποιοι αιώνες όσμωσης και ζυμώσεων, ώσπου να φτάσουμε στη διαμόρφωση της λεγόμενης νεοελληνικής ταυτότητας. Ακόμη και αυτή η τελευταία διαδικασία όμως ξεκινά επίσης αρκετά πριν από τη Φραγκοκρατία, και είναι ήδη ορατή από τον 9ο ακόμη αιώνα, κυρίως όσον αφορά τα λαϊκά στρώματα. Συνεχίζεται μετά τον 10ο αιώνα, όταν εξαιτίας της εισβολής των Σελτζούκων η Αυτοκρατορία συρρικνώνεται εδαφικά σε περιοχές όπου κατοικούν σχεδόν αμιγώς ελληνικοί πληθυσμοί και τείνει ήδη πλέον να μετατραπεί σε εθνικό κράτος. Και μετά το 1204 η εν λόγω διαδικασία συνεχίζεται με ακόμη πιο ραγδαίους ρυθμούς, καθώς ο Ελληνισμός υπό συνθήκες αιχμαλωσίας αποκτά μεγαλύτερη συναίσθηση της ετερότητάς του απέναντι στους αλλόφυλους και ετερόδοξους κατακτητές, με αποτέλεσμα την περαιτέρω σφυρηλάτηση της δικής του εθνικής αυτοσυνειδησίας. Αλλά και στις περιοχές που παραμένουν ελεύθερες, σχηματίζονται τα κράτη της Τραπεζούντας, της Ηπείρου και ιδίως της Νίκαιας, που είναι πλέον κράτη καθαρά εθνικά και αποτελούν κιβωτούς διάσωσης του Ελληνισμού και απολύτως συνειδητές εστίες εθνικής αντίστασης.

     Ο Καραμπελιάς τα γνωρίζει πολύ καλά όλα αυτά και μας τα δίνει με τρόπο εξαιρετικά συγκροτημένο και ολοκληρωμένο. (…) Ορθά επισημαίνει κάποια πολύ σημαντικά δεδομένα, όπως π.χ. η δημώδης γλώσσα του 9ου και 10ου αιώνα, που ελάχιστα διαφέρει από τη νεότερη δημοτική, ή ακόμη και η επανεμφάνιση του όρου «Έλλην», που μπορεί αρχικά να είχε αποσυρθεί ως ταυτισμένος με την ειδωλολατρία και σχεδόν απαγορευμένος, ήδη όμως από τον 11ο αιώνα επανέρχεται στο προσκήνιο και ξαναχρησιμοποιείται, παράλληλα βέβαια με τους κυρίαρχους όρους Ρωμαίος και Γραικός. Ακόμη όμως και για τους προγενέστερους του 9ου βυζαντινούς αιώνες, εκείνη τη μακρά περίοδο των ζυμώσεων και μεταλλάξεων κατά την οποία η νεοελληνική ταυτότητα δεν έχει ακόμη εμφανιστεί, ο Καραμπελιάς έχει και πάλι απόλυτο δίκιο, όταν διαπιστώνει ότι ο Ελληνισμός συνεχίζει πάντοτε να υπάρχει και να εξελίσσεται, χωρίς να παρατηρείται καμία βίαιη τομή, καμία διακοπή της ιστορικής του συνέχειας σε σχέση με την ύστερη αρχαιότητα. Και φυσικά στέκεται μοιραία κυρίως στην περιβόητη υπόθεση του δήθεν εκσλαβισμού της Ελλάδας κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, γιατί βεβαίως από την εποχή του Φαλμεράιερ μέχρι και σήμερα η σλαβική διείσδυση είναι το γεγονός που προβάλλεται ως η βασική αιτία αυτής της υποτιθέμενης διακοπής. Λυπάμαι βέβαια που όταν ο Γιώργος έγραφε το βιβλίο του, δεν είχε ακόμη εκδοθεί η δική μου διατριβή για τις σλαβικές εγκαταστάσεις του ελλαδικού χώρου, και δεν είχε συνεπώς την ευκαιρία να τη λάβει υπόψιν του. Θα ήθελα πάντως απλά να του πω ότι το σύνολο των ιστορικών δεδομένων που διαθέτουμε, ανατρέπει όχι μόνο τις παντελώς ασυνάρτητες θεωρίες του Τζένκινς και του Μάνγκο, όπως σωστά επισημαίνει, αλλά τελικά ακόμη και τις πολύ μετριοπαθέστερες απόψεις του Βασίλιεφ, του Οστρογκόρσκυ και του Λεμέρλ, που όμως επίσης υπερεκτίμησαν τη σλαβική διείσδυση στον ελλαδικό χώρο. Στην πραγματικότητα, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι όχι μόνο η βυζαντινή κυριαρχία δεν διακόπηκε ποτέ, αλλά και ότι η σλαβική παρουσία ήταν γεγονός πολύ πιο ήσσονος σημασίας, καθώς αφορούσε σε ελάχιστες ομάδες, που ήταν περιορισμένες εδαφικά και πληθυσμιακά, που περικλείονταν από αριθμητικά πολύ υπέρτερους ελληνικούς πληθυσμούς και που αποδεδειγμένα εξελληνίστηκαν το αργότερο ως τα μέσα του 10ου αιώνα. (…) Ο Καραμπελιάς πολύ εμπνευσμένα αλλά και βάσιμα τονίζει ότι σε πείσμα της κρατούσας άποψης που χρονολογεί τη δυτική αποικιοκρατία μετά τον 15ο αιώνα, στην πραγματικότητα το πρώτο μεγάλο κρούσμα το αποτελούν οι Σταυροφορίες, που εγκαθιδρύουν ένα καθαρά αποικιοκρατικό καθεστώς εκμετάλλευσης, αρχικά στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια, μετά το 1204, και στον ελλαδικό χώρο, που διατηρήθηκε μάλιστα κατά τόπους για αρκετούς αιώνες. Αυτό το καθεστώς μάλιστα συνοδεύτηκε από τη συστηματική και πλήρη λεηλασία και οικονομική απομύζηση της Ανατολής, αποτέλεσε συνεπώς ταυτόχρονα βασική αιτία τόσο της οικονομικής ανάπτυξης της Δύσης, όσο και της εξαθλίωσης της πάλαι ποτέ κραταιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που ποτέ πια δεν επρόκειτο να συνέλθει από το τρομαχτικό χτύπημα. Στην πραγματικότητα βεβαίως γνωρίζουμε ότι οι Σταυροφορίες – με αποκορύφωμα ασφαλώς την 4η – παρά την προσχηματική επίκληση θρησκευτικών λόγων, δεν ήταν στην ουσία τίποτε άλλο παρά άθλιες ληστρικές επελάσεις ματοβαμμένων πλιατσικολόγων. Υπό την έννοια αυτή μας θυμίζουν λοιπόν εξαιρετικά την ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική δράση των νεότερων χρόνων, που επίσης βάσισε την απόπειρα του ιδεολογικού της αυτοεξαγιασμού σε διάφορες θρησκευτικές και πολιτισμικές πομφόλυγες. Ε, αν τώρα σας θυμίζουν και κάτι ακόμη πιο σύγχρονο, π.χ. τα αγνά ιδεώδη της δημοκρατίας και της ειρήνης που επικαλούνται οι γνωστές σημερινές φιλανθρωπικές επιχειρήσεις της νατοϊκής συμμορίας, φοβάμαι ότι, ακόμη κι αν ήθελα, θα δυσκολευόμουν πολύ να διαφωνήσω μαζί σας.

     Εννοείται όμως ότι όλα αυτά αποσιωπήθηκαν παντελώς, με αποτέλεσμα την παραχάραξη της παγκόσμιας Ιστορίας, όπως ακριβώς βεβαίως επίσημα αποσιωπάται και από την καθεστηκυία ημετέρα διανόηση η σημασία της υστεροβυζαντινής εποχής για τη διαμόρφωση του νεότερου Ελληνισμού, παρότι αυτή αναγνωρίζεται και τονίζεται απ’ όλους τους μεγάλους ιστορικούς μας. Και όταν μιλάω βέβαια για ιστορικούς, δεν εννοώ τα σύγχρονα επιστημονικά ανθυπομειράκια της αποδομητικής σχολής, που όπως προαναφέραμε, μέσα από ένα απίστευτο χάος αυθαιρεσίας χρονολογούν τη γέννηση του ελληνικού έθνους μέσα στον 19ο αιώνα. Δεν εννοώ δηλαδή ούτε τον Λιάκο, ούτε τον Βερέμη, ούτε την Κουλούρη, ούτε τις ρεπούσειες παραφυάδες τους. Εννοώ τους μεγάλους δασκάλους της επιστήμης μας, τον Σβορώνο, τον Βακαλόπουλο, τον Άμαντο, τον Καραγιαννόπουλο, δηλαδή πραγματικούς επιστήμονες, που ανεξάρτητα από τη μαρξιστική ή συντηρητική προσωπική τους ιδεολογία, δεν κατατρύχονταν ωστόσο από ιδεοληπτικές νευρώσεις, δεν βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία και δεν διανοήθηκαν ποτέ να βιάσουν και να ευνουχίσουν σκόπιμα καμμία ιστορική πηγή, ώστε να ταιριάζει και να δικαιώνει κάποια φαιδρά και a priori κατασκευασμένα ιδεολογήματα. Αφού όμως οι μεγάλοι μας ιστορικοί μίλησαν, γιατί αυτή η μετέπειτα αποσιώπηση; Γιατί τα εμπεριστατωμένα επιστημονικά τους πορίσματα παρέμειναν περιορισμένα στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες και δεν έγιναν κτήμα και συνείδηση των πολλών; Γιατί το σύγχρονο ελλαδικό προτεκτοράτο προωθεί επισήμως στην εκπαίδευση βάναυσα αποκυήματα παραχαραγμένης ιστορικής φαντασίας, υπείκοντας στους σκόπιμους αποσαθρωτές της εθνικής μας μνήμης; Ο Γιώργος Καραμπελιάς στέκεται βεβαίως και σ’ αυτό το ερώτημα. Το εξετάζει, το φωτίζει, το εξιχνιάζει. Και αναδεικνύει την αδήριτη αλήθεια ότι η συγκρότηση του νέου Ελληνισμού έγινε κυρίως μέσα από την αντίσταση, υλική και πνευματική, απέναντι αρχικά στους Φράγκους και αργότερα στους Τούρκους. Έγινε δια της αρνήσεως της υποτέλειας, του ενδοτισμού και της εθελοδουλείας. Πώς είναι δηλαδή με άλλα λόγια η σημερινή μας στάση ως κράτους και ως έθνους απέναντι στον αμερικανικό και τον τουρκικό παράγοντα; Ε, καμμία σχέση! Η χρονολόγηση συνεπώς της ελληνικής εθνογένεσης μετά το 1830 και η παραχάραξη όλης της προηγούμενης Ιστορίας είναι πολύ βολικές, γιατί μοιραία παραγράφουν όλη αυτή την κυρίαρχη αντιστασιακή διάσταση της ταυτότητάς μας και έτσι συντηρούν αυτομάτως την αφασία μας μέσα στη συνεχιζόμενη έως σήμερα δυτική αποικιοκρατία, καθιστούν φυσιολογική και αυτονόητη τη διαιώνισή μας ως καρπαζοεισπρακτόρων τζουτζέδων του υπερατλαντικού μας επιβήτορα και φυσικά διασφαλίζουν την ύπαρξή μας ως απολύτως άχρωμου και ανώδυνου εκτοπλάσματος μέσα στον προωθούμενο παγκοσμιοποιημένο νεοταξίτικο χυλό. Το ζητούμενο λοιπόν, τονίζει ο Καραμπελιάς και μ’ αυτό θα κλείσω, είναι η αποτίναξη της εξάρτησης, η απο-αποικιοποίηση της σκέψης μας – τουλάχιστον αυτής μια και η αποτίναξη της υλικής εξάρτησης είναι βεβαίως πολύ πιο δύσκολη. Για να το πράξουμε όμως αυτό, είμαστε αναγκασμένοι να αναπλεύσουμε το ρεύμα της Ιστορίας έως το ορόσημο του 1204 και να αναγνωρίσουμε την ιδιοπροσωπία μας. Να ξαναβρούμε το ιστορικό μας αυτεπίγνωτον. Να ξαναβρούμε με άλλα λόγια την αυθεντική ταυτότητά μας, την πάλαι ποτέ συγκροτημένη δια της αντιστάσεως.»