ΕΔΕΣΣΑ Το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο Σύλλογος «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» (Ε.ΡΩ.) διοργάνωσε στην καρδιά της Μακεδονίας δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις με ομιλητή τον Νεκτάριο Δαπέργολα και με θέμα «Η Μακεδονία, οι Σλάβοι και η ιστορία μιας παραχάραξης». Η πρώτη διάλεξη δόθηκε στη Νάουσα το Σάββατο 28/11 (φωτό) και η δεύτερη την επόμενη μέρα στην Έδεσσα.

Όπως αντιλαμβάνεστε και μόνο από τον τίτλο, το ενδιαφέρον ήταν μεγάλο για λόγους όχι μόνο ιστορικούς, αλλά και εθνικούς. Μετά από μια σύντομη αναφορά στην προϊστορία των Σλάβων, στο πώς εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια, αλλά και στο πώς συντελέστηκαν αργότερα οι επιμέρους εθνογενέσεις των σλαβικών βαλκανικών λαών (και ιδίως των Βουλγάρων), ο Ν.Δαπέργολας –  που είναι διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας του ΑΠΘ και μάλιστα με ειδικό επιστημονικό αντικείμενο τις μεσαιωνικές σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μακεδονία – επικεντρώθηκε κυρίως στο πώς έλαβε χώρα η σλαβική διείσδυση στην Ελλάδα και ποιες ήταν οι πραγματικές της διαστάσεις βάσει των ιστορικών, αρχαιολογικών και τοπωνυμικών δεδομένων, διαστάσεις που υπερεκτιμήθηκαν αυθαίρετα, όχι μόνο από τον περιβόητο Φαλμεράυερ, αλλά και από πολλούς σύγχρονους ιστορικούς.

Περαιτέρω ο ομιλητής περιέγραψε όλη την εικόνα των σλαβικών εγκαταστάσεων ειδικά στη Μακεδονία κατά τον 7ο αι. και της μετέπειτα ιστορικής τους εξέλιξης, από την ένταξή τους στον βυζαντινό κρατικό μηχανισμό (με τις περίφημες Σκλαβηνίες) μέχρι τον εκχριστιανισμό και τον σταδιακό εξελληνισμό τους κατά τον 9ο – 10ο αι. Φτάνοντας όμως στη συνέχεια και στις νεότερες εξελίξεις, ο Ν.Δαπέργολας αναφέρθηκε φυσικά εκτενώς και στο πώς η σλαβική παρουσία στην περιοχή έπαιξε ρόλο στην κατασκευή του γνωστού τερατώδους ψέματος περί του δήθεν μακεδονικού έθνους. Ξεκινώντας από το πώς εφευρέθηκε το τελευταίο κατά τον ύστερο 19ο αι. στα πρακτορεία της Σόφιας (ως απόρροια της εθνικιστικής ψύχωσης για τη «Μεγάλη Βουλγαρία» του Αγίου Στεφάνου) με στόχο τον εκβουλγαρισμό της περιοχής, πέρασε στο πώς ανασύρθηκε χρόνια αργότερα από τον Τίτο και προέβη σε πλήρη ΝΑΟΥΣΑ 2εξιστόρηση των γεγονότων που ακολούθησαν μετά το 1944, όσον αφορά τόσο τα επιμέρους σταδιακά βήματα της σκοπιανής παραχάραξης, όσο και τα εγκληματικά σφάλματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς βέβαια και την εμπλοκή των ξένων Δυνάμεων (και κυρίως του αμερικανικού παράγοντα).

Εννοείται όμως ότι στις δύο διαλέξεις δόθηκαν και πολλές χρήσιμες πληροφορίες για το ποια είναι τελικά η ταυτότητα των πληθυσμών των Σκοπίων, που όχι μόνο δεν έχουν βεβαίως σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες, αλλά όπως φαίνεται ούτε και με τους Σλάβους του 7ου αιώνα. Χαρακτηριστικά, σχολιάζοντας ένα βασικό «επιχείρημα» της σκοπιανής προπαγάνδας, ότι δηλαδή «οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στη Mακεδονία τον 7ο αι. μ.X., βρήκαν κατοίκους Mακεδόνες, που δεν ήταν Έλληνες, με τους οποίους αναμίχθηκαν, δημιουργώντας το νέο σλαβομακεδονικό έθνος (και ως εκ τούτου, η κληρονομιά των αρχαίων Mακεδόνων τούς ανήκει, εξ ου και η οικειοποίηση προσώπων όπως ο Μ.Αλέξανδρος ή συμβόλων όπως ο Ήλιος της Bεργίνας)», ο ομιλητής αποκάλεσε τη συνολική θεωρία εξωφρενική γελοιότητα, «όχι μόνο γιατί είναι απολύτως ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη η ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων, αλλά και επειδή – βάσει όσων προαναφέρθηκανδεν προκύπτει απολύτως κανένα ενδεχόμενο συγχώνευσης των ντόπιων πληθυσμών και αφομοίωσής τους από τους νεήλυδες Σλάβους όχι μόνο κατά τον 7ο αι, αλλά και κατά τους επόμενους. Γιατί, όπως είπαμε, η Σκλαβηνία της Κεντροδυτικής Μακεδονίας παρέμεινε κάτι σαν απομονωμένο γκέτο μέχρι τον 9ο αι. τουλάχιστον, ενώ και στη συνέχεια παρατηρούμε φαινόμενα που πιστοποιούν πολύ περισσότερο τον εξελληνισμό εκείνων των Σλάβων, παρά τον εκσλαβισμό των Ελλήνων. Για αυτόν βασικά τον λόγο οι σημερινοί πληθυσμοί των Σκοπίων πολύ δύσκολα θα μπορούσαν τελικά να συνδεθούν με τη σλαβική εισβολή και τις εγκαταστάσεις του 7ου αι. και περισσότερο φαίνεται πως είναι απόγονοι σλαβοβουλγαρικών πληθυσμών που εγκαταστάθηκαν πολύ αργότερα στην περιοχή, μετά τον 10ο αιώνα ή και κατά την Τουρκοκρατία. Το απολύτως βέβαιο πάντως είναι στις αρχές του 20ού αι. μιλούσαν ένα προφορικό βουλγαρογενές γλωσσικό ιδίωμα, που περιείχε ακόμη πολλές τουρκικές, αλβανικές, αλλά και ελληνικές λέξεις και είχαν βουλγαρική εθνική συνείδηση. Αυτή τη συνείδηση προσπάθησε (και πέτυχε) να τους εξαλείψει ο Τίτο, με τη σταδιακή εμπέδωση της ψευδοθεωρίας του Μακεδονισμού».

ΝΑΟΥΣΑ 3Όσο για τους σλαβόφωνους Έλληνες της Μακεδονίας (αυτούς που οι Βούλγαροι κομιτατζήδες αποκαλούσαν Γραικομάνους) «το ζήτημα της καταγωγής τους ελλείψει γραπτών γλωσσικών και άλλων δεδομένων παραμένει θολό. Είτε όμως μιλάμε για πληθυσμούς σλαβικής προέλευσης, είτε και για ελληνικής, που για λόγους συνύπαρξης κατά την Τουρκοκρατία με υπέρτερους σλαβοβουλγαρικούς πληθυσμούς εκσλαβίστηκαν γλωσσικά (κάτι παρόμοιο δηλαδή με τους τουρκόφωνους Έλληνες της Μικρασίας), το αξιομνημόνευτο είναι η ακμαία ελληνική εθνική συνείδηση την οποία επέδειξαν – και μάλιστα όχι εκ του ασφαλούς, αλλά σε καιρούς χαλεπούς και με συχνά μεγάλο κόστος. Την ύπαρξη όμως βέβαια των πληθυσμών αυτών τη χρησιμοποίησαν επίσης οι ψευτο-Μακεδόνες των Σκοπίων, για να προφέρουν τις γνωστές ανοησίες περί ομοεθνών τους που ζουν στην ελληνική Μακεδονία και να στηρίξουν και επ’ αυτού τις έωλες αλυτρωτικές τους θεωρίες».

Τις δύο διαλέξεις (που βιντεοσκοπήθηκαν και θα «ανέβουν» κάποια στιγμή και στο διαδίκτυο) παρακολούθησαν αρκετοί κάτοικοι των δύο πόλεων, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι και στις δύο περιπτώσεις ακολούθησε συζήτηση ιδιαίτερα μεγάλης διάρκειας, ενδεικτική του ενδιαφέροντος που υπήρξε. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι μιλούμε για περιοχές (και ιδίως για την Έδεσσα) όπου οι πράκτορες των Σκοπίων ασκούν (πολιτικά και οικονομικά) επιρροή και επηρεάζουν πάντοτε πρόσωπα και πράγματα, η επιτυχία που είχε η διοργάνωση αποκτά αναμφίβολα ακόμη πιο αξιοσημείωτες διαστάσεις…