Χρίστος Δάλκος

Ἡ μελέτη τῆς πομακικῆς, πού ἔχει, πρός τό παρόν, μιά μικρή ἱστορία, εἶναι σέ θέση, νομίζω, νά συνεισφέρῃ στήν ἔρευνα καί ἄλλων γλωσσῶν (μεταξύ τῶν ὁποίων τήν μερίδα τοῦ λέοντος εὔλογα διεκδικοῦν οἱ σλαβικές) ἀλλά καί τῆς ἑλληνικῆς, ὅσο παράδοξο κι ἄν ἀκούγεται κάτι τέτοιο. Αὐτό συμβαίνει γιατί πολλές ἀπό τίς ἑλληνικές λέξεις ἔχουν περάσει στήν πομακική σέ παλαιά ἐποχή, ἔτσι ὥστε νά συντηροῦν στοιχεῖα τά ὁποῖα ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἔχουν ἐξελιχθῆ διαφορετικά στήν κοινή νεοελληνική.


Ἔτσι, π.χ., τό ἀρχ. ἑλλ. ρεῦμα, ἐνῷ στήν νέα ἑλληνική διαμορφώθηκε ὡς ἐπί τό πλεῖστον – μέ ἀφομοίωση τοῦ β (v) πρός τό ἀκολουθοῦν μ – σέ ρέμμα > ρέμα, στήν πομακική δέν παρουσιάζει ἀφομοίωση ἀλλά τροπή β > γ καί περαιτέρω κλειστοποίηση τοῦ γ σέ g, ἤτοι ρεῦμα > ρέγμα > régma. Ὁ τύπος ρέγμα ἀπαντᾷ στήν Κέα καί τήν Κέρκυρα καί εἶναι ἐξαιρετικά ἀπίθανο ἡ πομακική νά τόν δανείσθηκε ἀπό ᾿κεῖ σέ νεώτερα χρόνια, ἐνῷ ἡ κλειστοποίηση γ > g εἶναι ἀποκλειστικά δικό της χαρακτηριστικό πού Κύριος οἶδε πότε μορφοποιήθηκε.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει μέ τό πομακικό yéftino (= φτηνό) πού, ἀκολουθῶντας διαφορετική πορεία ἀπό τήν κοινή νεοελληνική (πρβλ. κ.ν.ἑ. φτηνός), συντηρεῖ τό ἀρκτικό φωνῆεν τοῦ μεταγενεστέρου εὐθηνός, κάτι πού παρατηρεῖται καί σέ ὡρισμένες συντηρητικές διαλέκτους καί ἰδιώματα: ἐφτηνός Μακεδ. Πόντ. Σάμ. Χίος ἐφτενός Πόντ. ἰφ᾿νός Μακεδ. Θράκ. γιφ᾿νός Μακεδ. ἀφτενός Πόντ. ἀφτηνός Εὔβ. Πόντ. ὀφτηνός Κρήτ. κ.λπ.
Ἐδῶ θά μᾶς ἀπασχολήσῃ ἡ πομακική λέξη káschlitsa (= βήχας, βλ. Σεμπαεδήν Χότζα, Η καθημερινή γλώσσα των Πομάκων της περιοχής Μύκης, εκδ. Σπανίδη, Ξάνθη 2006, σ. 136), πού ὁμόρριζή της εἶναι ἀσφαλῶς ἡ λέξη κάσ΄λενιε (kašlenje: ξερόβηχας) πού παραθέτει στό λεξικό του ὁ Π. Θεοχαρίδης (βλ. Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης, Πομακοελληνικό λεξικό, Αίγειρος, Θεσσαλονίκη 1996).
Ἡ ἀκαδημαϊκή γλωσσολογία, σέ περίπτωση πού ἀσχολοῦνταν μέ τήν πομακική (κάτι πού ἔχει ἔλθει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, τοὐλάχιστον γιά τό Δημοκρίτειο, νά τό κάνῃ), θά περιωριζόταν στήν ἐπισήμανση τῆς συγγένειας τῶν πομακικῶν τύπων μέ τά βουλγαρικά кàшлица (κάσ΄λιτσα: βήχας) ἤ кàшлям (κάσ΄λιαμ: βήχω), ἀλλά ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ ρίζα πού ὑπόκειται τῆς συγκεκριμένης πομακικῆς (ἤ, γενικώτερα, σλαβικῆς) λέξης μᾶς ἀνάγει σέ ἀκόμα βαθύτερα στρώματα τοῦ γλωσσικοῦ ὑποσυνειδήτου, στίς ἴδιες τίς ρίζες τῆς γλωσσικῆς ὀντογένεσης. Αὐτό γίνεται ἐμφανές ἄν συγκρίνουμε τά káschlitsa, kašlenje καί кàшлям μέ τά ποντιακά κάχλα (= τό φλέγμα τοῦ ἀποχρεμπτομένου), καχλάζω (= ἀποχρέμπτομαι || ἐπί νωποῦ τυροῦ, σχηματίζεται ἐπί τῆς ἐπιφανείας μου γλοιώδης ὕλη), καχλέας (= ὁ καθ᾿ ἕξιν διαρκῶς ἀποχρεμπτόμενος), καχλίζω (= ἀποχρέμπτομαι).
Ὁ Ἄνθιμος Παπαδόπουλος (Ἱστορικὸν λεξικὸν τῆς Ποντικῆς διαλέκτου) παράγει τό ρῆμα καχλίζω «ἀπὸ τὸν ὀνοματοποιημένον φθόγγον κάχλ». Ἄλλωστε ἡ ποντιακή καί συνολικά ἡ κοινή νεοελληνική ἐπιβεβαιώνουν τήν άναγωγή στήν ἠχομιμητική ρίζα, μέ τύπους ὅπως: «κοχαρέας [...] ἐκ τοῦ φθόγγου κὸχ δηλοῦντος τὸν βῆχα. Ἐκεῖνος ποὺ βήχει συχνά», «κοχαρίζω [...] Βήχω συχνά», «κοχίζω, κουχίζω, κογίζω, κοΐζω [...] Ἀπὸ τὸν ὀνοματοποιημένον φθόγγον κὸχ δηλοῦντα τὸν βῆχα. 1) Βήχω δυνατά [...] 2) Κλαίω μὲ ἀναφιλυτά», «κουχίος [...] Ἰσχυρὸς βῆχας». Φυσικά στά παραπάνω συμπεριλαμβάνεται καί ὁ πάγκοινος κοκκίτης, ὁ ἰωνικός κουχλούς (= κοκκίτης), ἀλλά ἐπίσης –καί αὐτό εἶναι μιά νέα, ἀνατρεπτική ὅλης τῆς ὥς τώρα ἀκολουθούμενης ἐτυμολογικῆς πρακτικῆς πρόταση- καί τά κοχλίδιν (= σαλιγκάρι) Πόντ., κοχλιδίτζα (= ὁ θαλάσσιος κοχλίας, τό κοχύλι) Πόντ. κοχλίος, κοχλίöς, κοχλός, κόχλος, κόχλöς Πόντ., ἀρχ. ἑλλ. κοχλίας (= σαλιγκάρι), κόχλος, κόλχος (= ὀστρακόδερμο μέ κοχλιοειδές ὄστρακο), κόγχη, κόγχος, κογχύλη (= κοχύλι, ἀχιβάδα), κάλχη (= ὁ κοχλίας τῆς πορφύρας, πιθανώτατα μέ ἀντιμετάθεση ἐκ τοῦ *κάχλη, πρβλ. ν.ἑ. κάχλα, ἀ.ἑ. κόχλος, κόλχος), ν. ἑλλ. κοχλιός, χοχλιός, χουχουλιός, χουχλιός (= σαλιγκάρι, θαλασσινό σαλιγκάρι κ.λπ.) κόχλος, χόχλος, κοχλός, χόχχος (= σαλιγκάρι, μεγάλο κοχύλι πού μεταχειρίζονται γιά τηλεβόα κ.λπ.), μαυροκόχλακας (= εἶδος μαύρου σαλιγκαριοῦ) Καστελλόρριζο κ.λπ.
Τό ὅτι τό σάλιο, ὁ σαλίγκαρος, τό κοχύλι, κ.λπ. ἔχουν τήν ἀφετηρία τους στόν ἦχο τοῦ βήχα, τό ἀποδεικνύει καί ἡ ποντιακή ἔκφραση ἁμόν κοχλίδ᾿ (= σάν σαλιγγάρι) πού χρησιμοποιεῖται «διά παιδί μυξιάρικο».
Ἐάν λάβουμε ὡς σημεῖο ἐκκίνησης τήν ἠχομιμητική ρίζα, τ.ἔ. τόν ἦχο τοῦ βήχα «κάχλ», ὁ ἑπόμενος σταθμός στόν ὁποῖο ὁδηγεῖ ἡ φυσική πορεία τῶν συνειρμῶν εἶναι τό ἄμεσα συνδεόμενο πρός τόν βήχα σάλιο. Ἀκολουθεῖ κατά λογική συνεπαγωγή ἡ συνειρμική συσχέτιση μέ τόν κοχλία, χοχλιό, σαλίγκαρο (λόγῳ τοῦ «σάλιου» πού ἐκκρίνει) καί ἕπεται ἡ μετάβαση στόν θαλάσσιο κοχλία, τόν ἀ.ἑ. κόχλο, λόγῳ τῆς ὁμοιότητας τοῦ ὀστράκου του πρός αὐτό τοῦ κοχλία – σαλίγκαρου.
Μένει νά ἐξετασθῇ ἡ προέλευση τοῦ š στά кàшлица, káschlitsa, кàшлям, kašlenje, ἄν δηλαδή προέκυψε ἀπό τό σύμπλεγμα –χλ- (ἤτοι: -χλ- > -σ΄λ-) ἤ ἄν προῆλθε ἀπό ρίζα *kakl- πού μέ τσιτακισμό τοῦ ἀρκτικοῦ k πρό τοῦ a ἐξελίχθηκε σέ *tsakl- / *šakl- καί κατόπιν μέ ἀντιμετάθεση σέ kašl-. Δέν θά κάναμε ἀναφορά σ᾿ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἐξόχως περιπετειώδη φωνητική ἐξέλιξη, ἄν ἡ ποντιακή, τῆς ὁποίας οἱ μαρτυρίες μᾶς ὡδήγησαν στίς συσχετίσεις μέ τούς βουλγαρικούς καί πομακικούς τύπους, δέν παρουσίαζε στήν ἴδια, ἠχομιμητικῆς ἀρχῆς, ρίζα ἀνάλογα φαινόμενα.
Ἔτσι, δίπλα στά παραπάνω παρατεθέντα κάχλα, καχλάζω, καχλέας, καχλίζω παρουσιάζει τά λίγο πολύ ταυτόσημα σ΄άχλα (= φλέγμα τό ὁποῖον ἀποχρέμπτεταί τις, πρβλ. κ.ν.ἑ. σάχλες, σαχλός, σαχλαμά-ρες) σ΄άφλα (= ἀφρώδης σίελος || μετων. πρᾶγμα ἀηδές) σ΄αχλέας (= ὁ καθ᾿ ἕξιν ἀποχρεμπτόμενος) σ΄αφλέας (= σαλιάρης) σ΄αχλίζω (= ἐκπτύω φλέγμα), σ΄αφλίζω (= ἐκβάλλω σάλια ἀπό τό στόμα, λερώνω μέ σάλια), καθώς καί τά παράγωγα σ΄αφλάκος (= σαλιάρης), σαφλαμέα (= εἶδος θαλάσσιας μέδουσας), σ΄αφλάρης (= σαλιάρης), σ΄αχλάρης (= ὁ καθ᾿ ἕξιν ἀποχρεμπτόμενος), σ΄αχλίκης (= σαχλέας), σ΄αφλουκίζω (= σαλιώνω), κ.λπ. [βλ. καί Ignotus Animus (Χρ. Δάλκος), Ὁ τσύριος καθηγητής, Δίαυλος, 1995, σ. 68-73].
Μάλιστα ἡ ποντιακή φαίνεται νά διαθέτῃ καί τύπους πού παρουσιάζουν τήν ἐνδιάμεση βαθμίδα τῆς πιθανολογούμενης φωνητικῆς ἐξέλιξης κα- > τσα- > σα- ὅπως τσ΄αβλουκίζω, τσ΄αφλουκίζω (= μασῶ θορυβωδῶς καί ἀηδῶς || σαλιάζω τό φαΐ || θολώνω || ἐπί ζώων, μισοτρώγω τό χόρτον καταλείπων τό ὑπόλοιπον σαλιασμένον), τσ΄αβλούκ᾿, τσ΄αφλούκ᾿ (= σαλιασμένο ἀποφάϊ || νερό ἤ φαΐ βρωμισθέν ὑπό ζώου, ἰδίως σκύλλου), τσ΄αβλίν (= χόρτα χονδρά, τά ὁποῖα καταλείπει ἡ ἀγελάδα εἰς τήν φάτνην), κ.λπ.