<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Αντιφωνητής &#187; Δάλκος</title>
	<atom:link href="https://antifonitis.gr/online/tag/%ce%b4%ce%ac%ce%bb%ce%ba%ce%bf%cf%82/feed" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://antifonitis.gr/online</link>
	<description>Δεκαπενθήμερο Πανθρακικό Εντυπο Γνώμης</description>
	<lastBuildDate>Tue, 10 Feb 2026 08:49:33 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.8.36</generator>
	<item>
		<title>Ἕνα «τσ» πού ἔγινε «κ»</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/4687</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/4687#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 12 Jan 2019 09:09:54 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[Δάλκος]]></category>
		<category><![CDATA[Μακεδονία]]></category>
		<category><![CDATA[Ματσεντόνια]]></category>
		<category><![CDATA[Σκόπια]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=4687</guid>
		<description><![CDATA[(ἤ πῶς Σλαβοματσεντόνες, Τσίπρας, Εὐρωπαῖοι καί Εὐρωαμερικανοί μᾶς δουλεύουν ψιλό γαζί) Ὁ R. G. A. de Bray, Guide to the Slavonic languages, London: J. M. Dent &#38; Sons Ltd, 1951, στήν ἀναφορά του στήν σλαβική γλῶσσα τῶν Σλαβοματσεντόνων (σ. 243 κ.ἑ.) ἐπισημαίνει ὅτι ἡ οὐράνωση (ἤ, ἄν προτιμᾶτε, προκειμένου περί τοῦ κάππα, ὁ τσιτακισμός) πρό τῶν e, [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p>(ἤ πῶς Σλαβοματσεντόνες, Τσίπρας, Εὐρωπαῖοι καί Εὐρωαμερικανοί μᾶς δουλεύουν ψιλό γαζί)</p>
<p align="center">
<p><img class="alignleft size-full wp-image-4688" alt="Mk-map" src="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2019/01/Mk-map.png" width="220" height="237" /></p>
<p>Ὁ R. G. A. de Bray, <i>Guide</i><i> </i><i>to</i><i> </i><i>the</i><i> </i><i>Slavonic</i><i> </i><i>languages</i><i>,</i><i> </i>London: J. M. Dent &amp; Sons Ltd, 1951, στήν ἀναφορά του στήν σλαβική γλῶσσα τῶν Σλαβοματσεντόνων (σ. 243 κ.ἑ.) ἐπισημαίνει ὅτι ἡ οὐράνωση (ἤ, ἄν προτιμᾶτε, προκειμένου περί τοῦ κάππα, ὁ τσιτακισμός) πρό τῶν <i>e</i><i>, </i><i>i</i><i>,</i> εἶναι ἕνα καθολικό χαρακτηριστικό τῆς σλαβοματσεντονικῆς: реков (= εἶπα) – рече (= εἶπε) | сок (= χυμός) – сочен (= χυμώδης) | волк (= λύκος) – πληθ. волци (= λύκοι) | рака (= χέρι) – πληθ. раце (= χέρια).</p>
<p>Ἑπομένως, βάσει τῆς φωνητικῆς συμπεριφορᾶς τῆς σλαβοματσεντονικῆς, ἡ «αὐθεντική» ὀνομασία τῆς χώρας τους, ἀκόμα κι ἄν ἐπέμεναν στήν ἀρχαιομακεδονική τους ἰδεοληψία, θά ἔπρεπε νά εἶναι «Ματσεντόνια», καί πράγματι τέτοια ἦταν στό παρελθόν. Μόνο πού γιά νά στηριχθῇ ἡ «Μεγάλη Ἰδέα» πού ἔχουν γιά τόν ἑαυτό τους καί νά ὑποστασιοποιηθῇ ὀνοματολογικῶς ἡ ἀπόλυτη σύνδεση μέ τήν ἀρχαία Μακεδονία ἔπρεπε νά ἀντικατασταθῇ τό ἔνοχο «τσ» μέ τό ἀλυτρωτικό, μεγαλοϊδεάτικο «κ», καί νά ξαμολυθοῦν στό διαδίκτυο ξεπατώνοντας τά ὅποια ἴχνη τῆς σλαβοματσεντόνικης «ντροπῆς» (ἀλήθεια, πόσο μακριά μπορεῖ νά πάῃ ἕνας λαός πού ντρέπεται γιά τόν αὐθεντικό του ἑαυτό;)</p>
<p>Ἄν σήμερα οἱ Σκοπιανοί λένε και γράφουν «Македонија», αὐτό εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι ὁ ὅρος εἶναι ἐπείσακτος, ἀφοῦ δέν ἀκολουθεῖ τούς φωνητικούς κανόνες τῆς σλαβοματσεντονικῆς.</p>
<p>Ἐκ τῶν πραγμάτων, λοιπόν, προκύπτει ὅτι τό ἐπείσακτο «κ» εἶναι ὄχημα μεγαλοϊδεάτικων, ἀλυτρωτικῶν διεκδικήσεων, καί δέν πρόκειται νά μᾶς πείσουν οἱ Σλαβοματσεντόνες, ὅσες προσημειώσεις κι ἄν βάλουν στό σύνταγμά τους γιά τήν τιμιότητα τῶν προθέσεών τους, οὔτε βεβαίως ὁ κ. Κίπρας, ὁ ὁποῖος ἐπί τοῦ θέματος δέν βγάζει κιμουδιά.</p>
<p>Μάλιστα, ὁ ἐν λόγῳ πολιτικός εἶχε δηλώσει στό πρόσφατο παρελθόν ὅτι ἐμεῖς θά συνεχίσουμε νά τούς λέμε ὅπως τούς λέγαμε, δηλ. «Σλαβομακεδόνες», ἔκτοτε ὅμως δέν τόν ἀκούσαμε νά τούς λέῃ ἔτσι οὔτε μία φορά, σέ ἀντίθεση μέ τόν δραστήριο κ. Ζάεφ ὁ ὁποῖος φροντίζει νά ἀκυρώνῃ στήν πράξη τίς ὅποιες «ὑποχωρήσεις» του.</p>
<p>Ὅσο γιά τό «Σλαβομακεδόνες» (καλλίτερα: «Σλαβοματσεντόνες»), λέγεται κατά κόρον ὅτι στόν ὅρο ἀντιδροῦν οἱ Ἀλβανοί τῶν Σκοπίων, καί κανείς δέν προβληματίζεται γιατί οἱ Ἀλβανοί δέν ἀντιδροῦν καί στόν ὅρο «Μακεδονία», ἀφοῦ «Μακεδόνες» δέν εἶναι.</p>
<p>Ἤ, μήπως, ὁ ἀνερχόμενος ἀλβανικός ἐθνικισμός, ἐλπίζοντας πώς θά ἐπικρατήσῃ δημογραφικά στό ἀπώτερο μέλλον, σκέφτεται νά ἀξιοποιήσῃ δεόντως τό ὄνομα, ὡς ὄχημα ψευδεπίγραφων ἀλυτρωτικῶν διεκδικήσεων;</p>
<p>Ἀλλά τί νά πῇ κανείς καί γιά τήν ἔλλειψη πολιτικῆς διορατικότητας ἐκ μέρους Εὐρωπαίων καί Εὐρωαμερικανῶν,<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%A3%CE%9B%CE%91%CE%92%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%95%CE%9D%CE%A4%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%A3.docx#_ftn1">[1]</a> οἱ ὁποῖοι, προκειμένου νά ἐξυπηρετήσουν βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες, ἀδυνατοῦν νά διαβλέψουν ὅτι προετοιμάζουν τό ὄχημα μελλοντικῶν πανσλαβικῶν διεκδικήσεων;</p>
<p>Ὅσο γιά τήν λαθροχειρική παραποίηση τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, πού φαντασιώνεται σλαβικές ἐκστρατεῖες στά βάθη τῆς Ἀσίας, ἔ, ποιός περιμένει εὐαισθησίες γιά τέτοια ψιλά γράμματα ἀπό ἀνθρώπους πού δέν ξέρουν τί εἶναι τό ρύζι, ἀλλά ξέρουν τήν τιμή του μονάχα;</p>
<p>Χρίστος Δάλκος</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<p>&nbsp;</p>
<div><br clear="all" /></p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%A3%CE%9B%CE%91%CE%92%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A3%CE%95%CE%9D%CE%A4%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%A3.docx#_ftnref1">[1]</a> Τί ρατσισμός, ἀλήθεια, κι αὐτός, οἱ μέν ἀφρικανικῆς καταγωγῆς Ἀμερικανοί νά ὀνομάζωνται «Ἀφροαμερικανοί», οἱ δέ εὐρωπαϊκῆς καταγωγῆς σκέτοι «Ἀμερικανοί», καί ὄχι κατά τό «πολιτικῶς ὀρθόν» «Εὐρωαμερικανοί»; Τς, τς, τς, ἀπαράδεκτο!</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/4687/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>ΨΕΥΔΟΠΛΑΤΩΝΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥΣ (Ή ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΟΣ)</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/4652</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/4652#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 17 Sep 2018 05:42:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[Γαβρόγλου]]></category>
		<category><![CDATA[Δάλκος]]></category>
		<category><![CDATA[Κοινωνιολογία]]></category>
		<category><![CDATA[Λατινικά]]></category>
		<category><![CDATA[Παιδεία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=4652</guid>
		<description><![CDATA[ Συνέβη εκείνες τις ημέρες να καλέσουν τον Σωκράτη στο στούντιο της ΜΕΡΤ (Μεταμνημονιακής Ελληνικής Ραδιοφωνίας – Τηλεόρασης) για να συζητήσει με τον υπουργό παιδείας κ. Γαβρόγλου περί του τρόπου εισαγωγής στα πανεπιστήμια, της κατάργησης του μαθήματος των Λατινικών στη θεωρητική κατεύθυνση της Γ΄ Λυκείου και της εισαγωγής αντ᾿ αυτού του μαθήματος της Κοινωνιολογίας. Αφού ο [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: left;" align="center"> <a href="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2018/09/αρχείο-λήψης.jpg"><img class="alignleft size-full wp-image-4653" alt="αρχείο λήψης" src="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2018/09/αρχείο-λήψης.jpg" width="263" height="191" /></a>Συνέβη εκείνες τις ημέρες να καλέσουν τον Σωκράτη στο στούντιο της ΜΕΡΤ (Μεταμνημονιακής Ελληνικής Ραδιοφωνίας – Τηλεόρασης) για να συζητήσει με τον υπουργό παιδείας κ. Γαβρόγλου περί του τρόπου εισαγωγής στα πανεπιστήμια, της κατάργησης του μαθήματος των Λατινικών στη θεωρητική κατεύθυνση της Γ΄ Λυκείου και της εισαγωγής αντ᾿ αυτού του μαθήματος της Κοινωνιολογίας.</p>
<p>Αφού ο κ. υπουργός επιχειρηματολόγησε διά μακρών επί σχετικών θεμάτων όπως η πρωινή αφύπνιση και προσευχή, καθώς και η περιουσία της εκκλησίας, κατέληξε: «Πρέπει να καταλάβουμε όλοι μας ότι στα πανεπιστήμια πηγαίνουμε για να μορφωθούμε κι όχι για να βρούμε δουλειά».</p>
<p>«Οπότε», παρενέβη ο Σωκράτης, «αν αυτό συμβαίνει με τα πανεπιστήμια, πολύ περισσότερο πρέπει να συμβαίνει με το Λύκειο, το οποίο οφείλει να παρέχει γενική παιδεία».</p>
<p>«Παρακαλώ, να πέσουν οι τόνοι», είπε ο κ. Γαβρόγλους. «Σε απόλυτη συνέπεια και διαλεκτική αντίθεση μ’ αυτά που είπα προηγούμενα, αποφασίσαμε η Γ΄ Λυκείου να είναι προπαρασκευαστική της κατοπινής ειδίκευσης. Σε κάθε κατεύθυνση ο βασικός κορμός των διδασκομένων μαθημάτων θα συνίσταται σε τέσσερα μαθήματα».</p>
<p>«Μα», αντέτεινε ο Σωκράτης, «αυτό δεν αντιφάσκει με αυτό που είπατε προηγουμ-»</p>
<p>«Με ειδοποιούν από το κοντρόλ ότι δεν έχουμε χρόνο», εἰπε ο δημοσιογράφος της ΜΕΡΤ, «εντωμεταξύ δεν είπαμε τίποτα για τα Λατινικά».</p>
<p><span id="more-4652"></span></p>
<p>«Τι να πούμε για τα Λατινικά», είπε ο Γαβρόγλους, «αφού όλοι αποστήθιζαν τη μετάφραση. Το ξέρετε ότι οι μαθητές όταν έπαιρναν 18,5 έβαζαν τα κλάματα;»</p>
<p>«Αυτό θα μπορούσε εύκολα να διορθωθεί», είπε ο Σωκράτης, «αν αντί των γνωστών, μετρημένων στα δάχτυλα κειμένων, οι μαθητές εξετάζονταν σε άγνωστο, ίσως και πεποιημένο κείμενο, που να περιλαμβάνει τις λέξεις και τα φαινόμενα που έχουν διδαχθεί.»</p>
<p>«Α γεια σου», είπε ο υπουργός, «γι’ αυτό και σε απόλυτη συνέπεια και διαλεκτική αντίθεση με αυτά που είπα προηγούμενα, μειώσαμε την έκταση του αγνώστου αρχαιοελληνικού κειμένου σε τέσσερις στίχους καθώς και τη μοριοδότηση της μετάφρασής του από 20 σε 10 μονάδες. Δεν μπορούμε να ταλαιπωρούμε τα παιδιά, πρέπει να κοιμηθούν και λιγάκι. Μάλιστα, στρατηγική μας επιδίωξη αποτελεί το να είναι διαρκώς κοιμισμένα.»</p>
<p>«Μα αν θέλατε να χτυπήσετε την αποστήθιση και να προωθήσετε την κριτική σκέψη, θα ᾿πρεπε να δώσετε ένα τελείως άγνωστο κείμενο. Αυτό που κάνετε με την υποβάθμιση του αγνώστου αρχαιοελληνικού κειμένου δεν χτυπάει, αντίθετα προωθεί την αποστήθ-»</p>
<p>«Εντωμεταξύ δεν είπαμε τίποτα για την Κοινωνιολογία», παρενέβη ο δημοσιογράφος της ΜΕΡΤ.</p>
<p>«Λοιπόν, για την Κοινωνιολογία&#8230; Σε απόλυτη συνέπεια και διαλεκτική αντίθεση με αυτά που είπα προηγούμενα για την προπαρασκευαστική ειδίκευση, αντικαθιστούμε τα Λατινικά της θεωρητικής κατεύθυνσης με το μάθημα της Κοινωνιολογίας, γιατί επιτέλους τα παιδιά πρέπει να ξέρουν τι τους γίνεται στο ραγδαία μεταβαλλόμενο σύγχρονο κόσμο. Ξέρετε τι προόδους έχει κάνει τα τελευταία χρόνια η Κοινωνιολογία;»</p>
<p>«Με συγχωρείτε», αγανάκτησε ο Σωκράτης, «αλλά αυτό που λέτε τώρα αντιφάσκει με αυτό που είπατε πρωτύτερα περί προπαρασκευαστικής ειδίκευσης στην κάθε κατεύθυνση.»</p>
<p>«Τελειώνετε», είπε ο δημοσιογράφος, «αυτά μας τα είπατε και προηγουμένως&#8230;»</p>
<p>«Σας παρακαλώ», είπε ο Σωκράτης, «μη με διακόπτετε&#8230;»</p>
<p>«Δεν σας διακόπτω, αλλά δεν θα χρονίσουμε κιόλας εδωπέρα&#8230;»</p>
<p>«&#8230; Και εν πάση περιπτώσει», συνέχισε ο Σωκράτης, «αφού θέλετε τόσο πολύ να χτυπήσετε την αποστήθιση –αν και ακόμα και μέσα από τα Λατινικά υπάρχει τρόπος- γιατί δεν προτείνετε την αντικατάστασή τους από ένα μάθημα της ίδιας κατεύθυνσης, Φιλοσοφία ας πούμε, την οποία συμβαίνει κι εγώ να έχω υπηρετήσει, αλλά βάζετε Κοινωνιολογία; Ξέρετε τι προόδους έχει κάνει από την εποχή μου η φιλοσοφία;»</p>
<p>«Διότι, όπως σας εξήγησα και προηγουμένως, κύριε Σωκράτη, το ζητούμενο είναι η γενική μόρφωση κι όχι μια στενή ειδίκευση του τύπου της γραμματικοσυντακτικής ανάλυσης. Χάνεται η μαγεία των κειμένων! Και ξέρετε πόσο νοιαζόμαστε εμείς για τη μαγεία των κειμένων, ιδιαίτερα τη μαύρη, που είναι καθ᾿ όλα ισότιμη με την άσπρη. Η ιδεολογία της Κου Κλουξ Κλαν δε θα περάσει εδώ. Δράττομαι δε της ευκαιρίας να εξαγγείλω το διορισμό ικανού αριθμού κοινωνιολόγων στη Γ΄ Λυκείου για να διδάξουν το αντικείμενο. Έχουμε την πεποίθηση ότι με την de facto κατάργηση των Λατινικών θα ανατρέψουμε σε μόνιμη βάση το ισχύον εκπαιδευτικό status quo. Είναι κάτι παρόμοιο –mutatis mutandis- με την κατάργηση της εξέτασης των αρχαίων στο Γυμνάσιο, της περικοπής της Ιστορίας –ειδικά των εθνικιστικών μηδικών πολέμων, της επανάστασης του 1821- κ.λπ. Έλεος πια με τους φιλολόγους, είναι ο πιο ευνοημένος κλάδος!»</p>
<p>«Μα εσείς δε λέγατε προηγουμένως ότι στα πανεπιστήμια πάμε για να μορφωθούμε κι όχι για να βρούμε δουλειά; Και τώρα βρίσκετε δουλειά στους κοινωνιολόγους;»</p>
<p>«Κύριε υπουργέ, πρέπει να κλείσουμε, δέν έχω άλλο χρόνο», είπε ο δημοσιογράφος της ΜΕΡΤ. «Μια μόνο καταληκτική παρατήρηση.»</p>
<p>«Τι να πω», είπε ο υπουργός, «ομολογώ ότι δεν άκουσα ούτε ένα επιχείρημα για τα Λατινικά».</p>
<p>Χρ. Δάλκος</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/4652/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ «ΜΑΚΕΔΝΟΣ», «ΜΑΚΕΔΩΝ»</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/4591</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/4591#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 10 Jun 2018 18:19:41 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[γλωσσολογία]]></category>
		<category><![CDATA[Δάλκος]]></category>
		<category><![CDATA[ετυμολογία]]></category>
		<category><![CDATA[Μακεδνός]]></category>
		<category><![CDATA[Μακεδονία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=4591</guid>
		<description><![CDATA[ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΑΛΚΟΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ Τό ἐπίθετο μακεδνός (= μακρός, ὑψηλός, πρβλ. η 106: φύλλα μακεδνῆς αἰγείροιο, Ἡροδ. 8.43.6: ἐόντες οὗτοι πλὴν Ἑρμιονέων Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος), πού ὑπόκειται ἀναντίρρητα τῶν ἐθνωνυμικῶν Μακεδών καί Μακεδονία, σχετίζεται φανερά μέ τά μακρός, μῆκος, κ.τ.τ., πρβλ. λατ. macer (= ἰσχνός, λεπτός), Παλ. Ἄν. Γερμ. magar κ.λπ. Προκαλεῖ, ἑπομένως, ἐντύπωση τό [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p align="center">
<p align="center"><b>ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΑΛΚΟΣ, </b>ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ</p>
<p align="center">
<p align="center"><a href="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2018/06/αρχείο-λήψης.jpg"><img class="alignleft size-full wp-image-4592" alt="αρχείο λήψης" src="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2018/06/αρχείο-λήψης.jpg" width="257" height="196" /></a>Τό ἐπίθετο <i>μακεδνός </i>(= μακρός, ὑψηλός, πρβλ. η 106: <i>φύλλα μακεδνῆς αἰγείροιο, </i>Ἡροδ. 8.43.6: <i>ἐόντες οὗτοι πλὴν Ἑρμιονέων Δωρικόν τε καὶ Μακεδνὸν ἔθνος</i>), πού ὑπόκειται ἀναντίρρητα τῶν ἐθνωνυμικῶν <i>Μακεδών </i>καί <i>Μακεδονία, </i>σχετίζεται φανερά μέ τά <i>μακρός, μῆκος, </i>κ.τ.τ., πρβλ. λατ. <i>macer</i><i> </i>(= ἰσχνός, λεπτός)<i>, </i>Παλ. Ἄν. Γερμ. <i>magar</i><i> </i>κ.λπ.</p>
<p>Προκαλεῖ, ἑπομένως, ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ὁ R. Beekes, στό <i>Etymological</i><i> </i><i>Dictionary</i><i> </i><i>of</i><i> </i><i>Greek</i>,<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn1">[1]</a> προσγράφει τήν λέξη στήν λεγόμενη «προελληνική», θεωρῶντας ὅτι ἡ ἐναλλαγή <i>δ/τ </i>στά <i>Μακεδών / Μακέτης </i>κ.λπ.,<i> </i>καθώς καί τό «περίεργο» ἐπίθημα <i>-δν- </i>στό <i>μακε-δν-ός </i>παραπέμπουν σέ «προελληνικό» ὑπόστρωμα.</p>
<p>Ἡ δικιά μας ἄποψη, πού μέλλει νά στοιχειοθετηθῇ στήν συνέχεια μέ τήν βοήθεια καί τῆς νέας ἑλληνικῆς, εἶναι ὅτι τό <i>μακεδνός </i>προέρχεται ἀπό ἀμάρτυρο πρωτοελληνικό <i>*μακρενός / *μακερνός </i>μέ τροπή τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό, φωνητικό φαινόμενο πού συνήθως ἀποδίδεται ἐπίσης στήν λεγόμενη «προελληνική», πρβλ. <i>ἄβλαρος / βδαροί, λάφνη / δάφνη, </i> <i>Ὀλυσσεύς / Ὀδυσσεύς, λαβύρινθος</i> / Μυκ. γεν. <i>da</i><i>-</i><i>pu</i><i><sub>2</sub></i><i>-</i><i>ri</i><i>-</i><i>to</i><i>-</i><i>jo</i><i>, καλάμινθα </i>/ Μυκ. <i>ka</i><i>-</i><i>da</i><i>-</i><i>mi</i><i>-</i><i>ta</i> κ.λπ.</p>
<p><span id="more-4591"></span></p>
<p>Παρόμοια τροπή εἰκάζουμε ὅτι ὑπόκειται τῶν τύπων <i>γοεδνός </i>(= γοερός, ἀπό ἀμάρτυρο <i>*γοερνός</i>), <i>ὀλοφυδνός </i>(= οἰκτρός, θρηνώδης, ἀπό ἀμάρτυρο <i>*ὀλοφυρνός, </i>πρβλ. <i>ὀλοφύρομαι </i>= θρηνῶ, ὀδύρομαι κ.τ.τ.), ἐνδεχομένως καί <i>ἀκιδνός </i>(= ἀσθενής, ἀδύνατος, ἀπό ἀμάρτυρο <i>*ἀκιρνός, </i>πρβλ. <i>ἀκιρός, </i>μέ τήν ἴδια πιθανώτατα σημασία).</p>
<p>Ἀλλά ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ τροπή τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό δέν ἦταν ξένη στήν μακεδονική διάλεκτο προκύπτει ἀπό τό τοῦ Ἡσυχίου «γόδα· ἔντερα. Μακεδόνες», τό ὁποῖο ὁ Latte ὀρθά συσχέτισε μέ τά <i>χολάς, </i>πληθ. <i>χολάδες </i>(= ἔντερα), <i>χόλιξ, </i>πληθ. <i>χόλικες </i>(= ἔντερα), ἀλλά κακῶς «διώρθωσε» σέ <i>*γόλα, </i>παραποιῶντας ἔτσι ἕνα στοιχεῖο ἐνδεικτικό τῆς ἰδιάζουσας φωνητικῆς συμπεριφορᾶς τῆς μακεδονικῆς διαλέκτου.</p>
<p>Καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, ἀφορῶσες κοινές λέξεις τῆς ἀρχαίας καί νέας ἑλληνικῆς, ὑπάρχει μιά τάση νά ἀποφεύγεται ἡ συναγωγή προφανῶν συμπερασμάτων πού προκύπτουν ἀπό τά δεδομένα τῆς πραγματικότητας καί ἀνάγουν τό φαινόμενο τῆς τροπῆς τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό στό ἀπώτερο παρελθόν τῆς καθ᾿ ὅλου ἑλληνικῆς.</p>
<p>Χαρακτηριστική εἶναι ἡ περίπτωση τῶν <i>κελαρύζω </i>(= μορμυρίζω, ἠχῶ, ἐπί ρέοντος ὕδατος || ἐκρέω, ρέω, ἀναβλύζω ὡς ὕδωρ || χύνω μετά ἤχου γαργάρας)<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn2">[2]</a> &#8211; <i>κελαδέω, κελάδω </i>(= ἠχῶ ὡς ὕδωρ ὁρμητικῶς ρέον || θορυβῶ, κραυγάζω, βοῶ || ψάλλω, μεγαλοφώνως ὑμνῶ), <i>κέλαδος </i>(= θόρυβος, οἷος ὁ τοῦ ὁρμητικῶς ρέοντος ὕδατος || ταραχή, ὀχλοβοή || ὁ ἦχος τῆς μουσικῆς), κ.λπ.</p>
<p>Ἀκόμα πιό χαρακτηριστικοί καί ἐνδεικτικοί μιᾶς ὑπόγειας σχέσης τῆς νέας ἑλληνικῆς μέ βαθύτερα ὑποστρώματα τῆς καθ᾿ ὅλου ἑλληνικῆς εἶναι οἱ ν.ἑ. τύποι <i>κελα(η)δῶ, κελά(η)δημα </i>κ.λπ., χρησιμοποιούμενοι κυρίως γιά τήν ὑποδήλωση τῆς φωνῆς τῶν πουλιῶν, μιά σημασιολογική ἀπόχρωση πού δέν φαίνεται νά συμπεριλαμβάνεται στό σημασιολογικό ρεπερτόριο τῶν ἀ.ἑ. <i>κελαρύζω </i>ἤ <i>κελαδέω. </i>Ἐν τούτοις, ἡ ἡσιόδεια ἤ ἀριστοφανική <i>λακέρυζα κορώνη </i>(= ἡ κράζουσα κορώνη, ἡ φλύαρη κουρούνα) φανερά προέκυψε μέ ἀντιμετάθεση φθόγγων ἐκ τοῦ ταυτόσημου <i>κελάρυζα, </i>πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ρίζα πού ὑπόκειται τῶν <i>κελαρύζω, κελαδέω</i> χρησιμοποιοῦνταν κάποτε γιά νά ὑποδηλώσῃ καί τήν φωνή, τό <i>κελά(η)δημα</i> τῶν πτηνῶν (πρβλ. καί τό τοῦ Φωτίου «Λακερύζεσθαι· λογοποιεῖσθαι ἢ λοιδορεῖσθαι», τό τοῦ Εὐσταθίου «δοκεῖ δ᾿ ἐξ ὀνοματοποιΐας οὕτω τετυπῶσθαι καὶ ἡ λακέρυζα παρὰ τὸ κελαρύζειν» ἤ τό ὁμηρικό σχόλιο «&lt;κελαρύζει&gt;  μετὰ κελάδου ῥεῖ· ἢ κατὰ ἀντίθεσιν λακερύζει.»).</p>
<p>Μιά παρόμοια ἀναγωγή ἐνδείξεων τῆς νέας ἑλληνικῆς στά βαθύτερα στρώματα τῆς καθ᾿ ὅλου ἑλληνικῆς πιστοποιεῖται καί στήν περίπτωση τῶν <i>κλαρί / κλαδί, ἀνακλαρίζομαι / ἀνακλαδίζομαι </i>(= ἐκτείνω μετ᾿ ἐντάσεως τά μέλη τοῦ σώματος ἕνεκα κόπου, ἀτονίας ἤ νοσηρᾶς καταστάσεως, κυριολ. ἁπλώνω τά μέλη ὡς κλαδιά). Τό <i>Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς </i>τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν (<i>ΙΛΝΕ</i>)<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn3">[3]</a> καταχωρίζει σέ ξεχωριστά λήμματα τά ταυτόσημα <i>ἀνακλαρίζομαι </i>καί <i>ἀνακλαδίζομαι,</i> <i>ἀνακλάρισμα </i>καί <i>ἀνακλάδισμα, </i>γιατί δέν εἶναι διατεθειμένο νά δεχθῇ ὅτι τῆς σχέσης τῶν <i>κλαρί / κλαδί, ἀνακλαρίζομαι / ἀνακλαδίζομαι </i>ὑπόκειται τροπή τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό.</p>
<p>Κατά παρόμοιο τρόπο συμπεριφέρεται καί ἡ ἱστορικοσυγκριτική γλωσσολογία στήν περίπτωση τῶν ἀ.ἑ. <i>κλάδος / κλῆρος </i>(δωρ. <i>κλᾶρος</i>), ὅπου κατά πᾶσαν πιθανότητα ἔχει ἐπισυμβῆ τροπή τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό, μιᾶς καί οἱ κλῆροι ἦταν ἀρχικά κομμάτια ξύλο στά ὁποῖα χάραζαν σημάδια οἱ συμμετέχοντες στήν κλήρωση.<i> </i></p>
<p>Οἱ παράλληλοι ν.ἑ. τύποι πού ὑπεμφαίνουν τροπή τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό εἶναι τόσο πολλοί, ὥστε τό φαινόμενο δέν μπορεῖ νά θεωρηθῇ τυχαῖο: <i>κλάρα / κλάδα, κλαράκι / κλαδάκι, κλαράκι </i>(= χρυσάνθεμο) / <i>κλαδούδι </i>(= χρυσάνθεμο), <i>κλαράτος / κλαδάτος, κλαρίζω / κλαδίζω, κλαρικό / κλαδικό, κλαρίτης / κλαδίτης, κλαροκοπῶ / κλαδοκοπώ, κλαροπόντικο / κλαδοπόντικο, κλαρομάντρι / κλαδοστρούγκα, κλάρος / κλάδος, κλάρωμα / κλάδωμα, κλαρώνω / κλαδώνω, κλαρωσιά / κλαδωσιά, κλαρωτός</i> / <i>κλαδωτός, ξεκλαρίζω / ξεκλαδίζω, ξεκλάρισμα / ξεκλάδισμα, ξέκλαρος / ξέκλαδος </i>κ.ἄ.<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn4">[4]</a></p>
<p>Ἡ ἰδιαίτερη διάδοση τοῦ φαινομένου, εἰδικά στά κατωιταλιωτικά ἰδιώματα (ὅπου τό διπλό προουρανικό <i>λ </i>τρέπεται σέ <i>ḍ</i>, πρβλ. ἐντελῶς ἐνδεικτικά <i>ἄλλος &gt; ἄ</i><i>ḍ</i><i> &#8211; </i><i>ḍ</i><i>ο, βάλλω &gt; βά</i><i>ḍ</i><i> &#8211; </i><i>ḍ</i><i>ω, πολλά &gt; πο</i><i>ḍ</i><i> &#8211; </i><i>ḍ</i><i>ά</i>),<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn5">[5]</a> θά ᾿πρεπε κανονικά νά μᾶς ἐμβάλῃ σέ ἀμφιβολίες σχετικά μέ τήν ὀρθότητα τῆς ἀπόδοσης μιᾶς τέτοιας φωνητικῆς συμπεριφορᾶς στήν λεγόμενη «προελληνική» / «μή ἰνδοευρωπαϊκή» γλῶσσα.</p>
<p>Ἀνάλογες φωνητικές ἀλλαγές ἐμφανίζονται σποραδικά καί στά ὑπόλοιπα ἑλληνικά ἰδιώματα καί διαλέκτους (πρβλ. <i>κοτσιλιά &gt; κοτσιδιά, λαλαγγίτα </i>&gt; <i>ταλαγγούτα,<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn6"><b>[6]</b></a> λιγούλι &gt; διγούλι, μυρμηλιάζω &gt; μυρμηδιάζω, τσαφαρόλερο<b> </b></i>ἤ <i>*τσαμπαλόλερο &gt; τσαμπαδόλερο, τ(σ)ίτσιρος &gt; τσίτσιδος, χαρχαλεύω, χαρκαλλεύ</i><i>g</i><i>ω</i><i>, καρκαλεύω &gt; χαρκατεύγω, καρκατεύω </i>κ.λπ.), ἀλλά ἔχει μιά ἰδιαίτερη σημασία νά ἐντοπίζουμε τό φαινόμενο σέ «νεο»ελληνικές λέξεις πού ἐκ τῶν πραγμάτων μᾶς ταξιδεύουν στά ἀπώτατα βάθη τῆς καθ᾿ ὅλου ἑλληνικῆς.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center"><i>Λαφρία / Δαφνία / Δάφνη</i><i></i></p>
<p>Ὁ λόγος γιά τήν τσακωνική λέξη <i>*λαφρία, λαφζ΄ία, ἀφρία, ἀφζ΄ία, ἀφσ΄ία </i>Πληθ. <i>ἀφσ΄ίλε </i>(= ἡ δάφνη)<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn7">[7]</a> πού εἶναι προφανές ὅτι ἔχει σχέση μέ τό τοῦ Ἡσυχίου «λάφνη· δάφνη. Περγαῖοι» ἀλλά δέν εἶναι καθόλου σίγουρο ὅτι προέρχεται ἀπό αὐτό. Καί τοῦτο διότι ὑπάρχει μεγάλη πιθανότητα ἡ ἐπωνυμία τῆς Ἀρτέμιδος <i>Λαφρία </i>νά ταυτίζεται μέ τήν ἐπωνυμία, καί πάλι τῆς Ἀρτέμιδος, <i>Δαφνία </i>(καί<i> Δαφναία</i>). Ὁπότε, βάσει τοῦ τσακωνικοῦ τύπου, μποροῦμε ὄχι μόνο νά ἐπιβεβαιώσουμε τήν τροπή <i>λ- &gt; δ-, </i>ἀλλά καί νά εἰκάσουμε τροπή –<i>ρ</i>-<i> &gt; </i>-<i>ν</i>-<i> </i>(: <i>Λαφρία &gt; *Λαφνία &gt; Δαφνία</i>, πρβλ. καί λατ. <i>laurus</i> = δάφνη).</p>
<p>Ἡ συνέχεια ἐν τούτοις μοιάζει νά εἶναι ἀκόμα πιό ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλυπτική, ἀφοῦ ἡ ἐπωνυμία <i>Λαφρία </i>δέν ἀποτελεῖ μόνο τήν ὀνομασία πού χρησιμοποιοῦν οἱ Καλυδώνιοι καί οἱ Μεσσήνιοι γιά τήν Ἄρτεμι κατά τά λεγόμενα τοῦ Παυσανία (4.31.7.3-7) ἀλλά καί αὐτήν πού χρησιμοποιοῦν οἱ Κεφαλλῆνες γιά τήν Βριτόμαρτι, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἀντωνῖνος Λιβεράλις (40.1.1-40.4.7). Ἡ σχέση τῆς Βριτομάρτιδος πρός τήν Ἄρτεμι δέν πιστοποιεῖται μόνο ἀπό τό γεγονός ὅτι «αὕτη φυγοῦσα τὴν ὁμιλίαν τῶν ἀνθρώπων ἠγάπησεν ἀεὶ παρθένος εἶναι», ἀλλά καί ἀπό τό ὅτι, ἀποφεύγοντας τίς ἐρωτικές ἐπιθέσεις τοῦ Μίνωος καί τοῦ ἁλιέως Ἀνδρομήδους κατέληξε σέ ἕνα ἄλσος τοῦ ἱεροῦ τῆς Ἀρτέμιδος στήν Αἴγινα, ὅπου «<i>ἐγένετο ἀφανής, καὶ ὠνόμασαν αὐτὴν Ἀφαίαν</i>». Ἡ συσχέτιση μέ τό «ἀφανής» εἶναι προφανῶς παρετυμολογική, δέν ἀποκλείεται δέ, ἄν κρίνῃ κανείς ἀπό τήν πτώση τοῦ ἀρκτικοῦ ὑγροῦ στά τσακωνικά <i>*λαφρία, λαφζ΄ία, ἀφρία, ἀφζ΄ία </i>κ.λπ., τό ὄνομα <i>Ἀφαία </i>νά ἀποτελῇ παραφθορά τοῦ <i>Λαφρία </i>ἤ τοῦ <i>*Λαφναία / Δαφναία.</i></p>
<p>Ἀλλά καί αὐτό νά μή συμβαίνῃ, εἶναι ἀναντίρρητο ὅτι ἡ ἐπωνυμία <i>Λαφρία / Δαφνία / Δαφναία / Ἀφαία </i>προορίζεται γιά θεές οἱ ὁποῖες ἔχουν κάνει τήν διατήρηση τῆς παρθενίας σκοπό ζωῆς, ὅπως π.χ. ἡ Ἄρτεμις ἤ ἡ Βριτόμαρτις.<a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftn8">[8]</a></p>
<p>Μετά τήν ἀπαραίτητη αὐτή προεισαγωγή, μποροῦμε τώρα νά εἰσέλθουμε στόν πυρῆνα τῆς τολμηρῆς μας –δέν τό ἀρνούμαστε- ὑπόθεσης. Εἶναι γνωστό πώς ἡ πρώτη ἀγάπη τοῦ Ἀπόλλωνα στάθηκε ἡ νύμφη Δάφνη, πού συγκεντρώνει ὅλα τά βασικά χαρακτηριστικά τῆς Ἀρτέμιδος: παρθενία, ἀφοσίωση στό κυνήγι, καί βέβαια ἰδιάζουσα σχέση μέ τόν Ἀπόλλωνα, ἀφοῦ ἡ μεταμόρφωσή της σέ δάφνη, προκειμένου νά μήν ὑποκύψῃ στίς ἐρωτικές ὀρέξεις τοῦ θεοῦ, παρέσχε στήν λατρεία τοῦ Ἀπόλλωνος τό συνδεδεμένο ἀναπόσπαστα μ᾿ αὐτήν δένδρο. Ἡ σκέψη εἶναι ἁπλῆ καί προφανής: Ἀφοῦ ἡ <i>Ἄρτεμις Λαφρία</i> ἤ <i>Δαφνία</i> ἤ <i>Δαφναία </i>συγκεντρώνει ὅλα τά χαρακτηριστικά πού ἔχει καί ἡ <i>Δάφνη, </i>δέν ἀποκλείεται στό πρόσωπο τῆς δεύτερης νά ὑποστασιοποιήθηκε ἡ ἀπαγόρευση ἀδελφομικτικῶν σχέσεων πού ἀφοροῦσε τήν πρώτη, νά ἦταν δηλαδή ἡ Δάφνη ἀρχικά ἀδελφή τοῦ Ἀπόλλωνος. Μέ τήν ἐπιβολή τῆς ἀδελφομικτικῆς ἀπαγόρευσης (πού, σημειωτέον, δέν ἴσχυσε γιά τό ἀδελφομικτικό ζεῦγος Ζεύς &#8211; Ἥρα) ἡ ἀνάμνηση τῆς παλαιᾶς ἐρωτικῆς σχέσης μετασκευάσθηκε καί συσκοτίσθηκε, ἀλλά δέν ἐξέλιπε. Κάπως ἔτσι, μέ ἐπικαλύψεις, ἀντιφάσεις, προσθῆκες καί περικοπές προέκυψε ἡ διάσπαση μιᾶς μυθικῆς μορφῆς σέ δύο ἤ καί περισσότερες.</p>
<p>Ἄν λοιπόν ἡ ἀνίχνευση τέτοιων «παράδοξων» φωνητικῶν τροπῶν, ὅπως αὐτή τοῦ ὑγροῦ σέ ὀδοντικό, εἶναι σέ θέση νά μᾶς διαφωτίσῃ γιά τήν προϊστορία τῆς ἑλληνικῆς, ὄχι μόνο γλώσσας ἀλλά καί θρησκείας, σημαίνει ὅτι κακῶς ἀποδίδεται στήν λεγόμενη «προελληνική» καί πιθανώτατα χαρακτηρίζει τήν συμπεριφορά τῆς ἑλληνικῆς σέ ἕνα παλαιότατο στάδιο ἐξέλιξης.</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">Φωνο-μορφολογικές ἐξελίξεις</p>
<p>Δεδομένης τῆς ἰδιάζουσας σχέσης τύπων τῆς νέας ἑλληνικῆς μέ πρωτογενεῖς τύπους τῆς καθ᾿ ὅλου ἑλληνικῆς, ἀναγόμενους σ᾿ ἕνα πρωτοελληνικό ὑπόστρωμα, θά ἦταν περίεργο ἄν ἡ γλῶσσα μας, καί στήν περίπτωση τῶν <i>μακρός, μῆκος, </i>δωρ. <i>μᾶκος, </i>ὁμηρ. <i>μακεδνός </i>κ.τ.τ. δέν ἐμφάνιζε φωνητικά / μορφολογικά στοιχεῖα πού παραπέμπουν σ᾿ ἕνα ἀδιευκρίνιστου ἱστορικοῦ βάθους παρελθόν.</p>
<p>Ἔτσι, ἡ νέα ἑλληνική, ἀντί τῶν τύπων <i>μῆκος </i>ἤ <i>μᾶκος </i>χρησιμοποιεῖ παγκοίνως τόν τύπο <i>μάκρος</i>, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν εἶναι νεώτερο πλᾶσμα, ἄν κρίνουμε ἀπό τό ἀριστοφανικό «<i>Ὦ Πόσειδον, τοῦ μάκρους.</i>» (<i>Ὄρνιθες, </i>στ. 1131). Ἡ παρουσία τοῦ ὑγροῦ στό ἀριστοφανικό καί νεοελληνικό <i>μάκρος </i>ἐνισχύει τήν πιθανότητα τό ὑγρό νά ἀποτελῇ ὀργανικό στοιχεῖο τῆς ρίζας πού ὑπόκειται τοῦ <i>μακρός, </i>καί ἑπομένως καί τοῦ <i>μακεδνός </i>(&lt;<i>*μακερνός</i>).<i> </i></p>
<p>Ἡ νεοελληνική παρουσιάζει καί τούς τύπους <i>μακρινός </i>(ἤ <i>μακρυνός</i>) μέ κύρια σημασία «ἀπομεμακρυσμένος» καί δευτερεύουσες «ἐπιμήκης», «μακροχρόνιος», <i>μακρινάρι </i>ἤ <i>μακρυνάρι </i>(= πρᾶγμα ἐπίμηκες, μακρουλό), <i>μακρύνω, μακρένω </i>(= ἐπιμηκύνω, παρατείνω, ἀπομακρύνομαι, πρβλ. τό παλαιοδιαθηκικό<i> μακρύνω </i>= μηκύνω, ἀπομακρύνω) κ.λπ. Ἄς σημειωθῇ ἐπί πλέον ὅτι στόν Πόντο τό <i>μακρένω / μακρύνω </i>ἔχει καί τήν σημασία «ψηλώνω», ἑπομένως εἶναι πλησιέστατο σημασιολογικά πρός τό <i>μακεδνός</i>: <i>Ἀτοσίκον ἐξέρω σε καί πότε ἐμάκρυνες; </i>(= τοσούτσικο σέ ξέρω καί πότε ψήλωσες;) Πόντ. (Σταυρ.) | <i>Ἐμάκρυνεν ὁ παιδᾶς </i>(= ψήλωσε τό παιδί) Πόντ. (Ἴμερ.).</p>
<p>Ὡς ἐναλλακτικός τύπος τοῦ <i>μακρινός </i>(<i>μακρυνός</i>) δέον νά ληφθῇ ὁ τύπος τοῦ πληθυντικοῦ <i>μάκραινα </i>(ἤ <i>μάκρενα </i>τά: τά μακρά μαλλιά) Πελοπν. (Βούρβουρ.), πού ἡ σχέση του μέ τό <i>μακρινός </i>ἀναδεικνύεται καί ἀποδεικνύεται ἀπό τά ἐπίσης πελοποννησιακά <i>μάκρινα </i>τά (= πόκοι, ποκάρια, μάλιστα μετά τῆς λέξεως μαλλιά· <i>μάκρινα μαλλιά</i>) Πελοπν. (Βασσαρᾶς = Οἰνοῦς), <i>μάκρινα </i>τά (= μακριά, διαλεχτά πρόβεια μαλλιά: <i>Θ᾿ ἀγοράσω μάκρινα μαλλιά γιά πατανίες</i>) Πελοπν. (Λακεδ.), πρβλ. καί <i>*μάκρενες &gt; μάκρινις </i>(= δύο παράλληλα ξύλα τά ὁποῖα καρφώνονται εἰς τά παλούκια τοῦ φράκτου) Θάσ.<i> </i></p>
<p>Θά ἀντέτεινε ἴσως κάποιος ὅτι ἡ ἐξέλιξη <i>μάκρενα &gt; μάκρινα, </i>ἤτοι ἡ στένωση τοῦ ἄτονου <i>e</i><i> </i>σέ <i>i</i><i> </i>εἶναι χαρακτηριστική τῶν βορείων καί ὄχι τῶν νοτίων ἰδιωμάτων ὅπως εἶναι τά πελοποννησιακά. Στήν ὑποθετική ἔνσταση ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι πρέπει νά πάψουμε νά συνάγουμε ἄκαμπτους νόμους ἀπό ἁπλές κανονικότητες. Γιά νά φέρω ἕνα καί μόνο παράδειγμα, ἡ <i>βάκραινα </i>(ἤ <i>βάκρενα</i>) προβατίνα καί τό <i>βάκραινο </i>(ἤ <i>βάκρενο</i>) πρόβατο (= μέ ἄσπρο σῶμα καί μαῦρο κεφάλι καί πόδια) διαχωρίζεται ἀπό τό <i>ΙΛΝΕ </i>σέ οὐσιαστικό (<i>βάκραινα </i>ἡ, <i>βάκραινο </i>τό) καί ἐπίθετο (<i>βάκρινος, βάκρινα, βάκρινο</i>), γιατί τό ἐν λόγῳ λεξικό δέν μπορεῖ νά «ἀντέξῃ» τό γεγονός ὅτι στά «νότια» ἰδιώματα τῆς Πελοποννήσου παρουσιάζεται –καί μάλιστα διαδεδομένη- «βόρεια» στένωση τοῦ ἄτονου <i>e</i> σέ <i>i</i>: <i>βάκρινα </i>Πελοπν. (Βέρβ. Βούρβουρ. Δημητσάν. Μεσσ.) <i>βάκρινο </i>Πελοπν. (Λακων. Οἰν. Πυλ. Τριφυλλ. Φεν. κ.ἀ.)! Ἄς ἀφήσουμε τό γεγονός ὅτι σ᾿ ὅλη τήν Ἑλλάδα τό α΄ πληθυντικό πρόσωπο τῆς ὁριστικῆς ἐνεστῶτα ἐκφέρεται μέ «βόρειο» φωνηεντισμό (<i>παίζουμε </i>καί ὄχι <i>παίζομε, μένουμε </i>καί ὄχι <i>μένομε </i>κ.τ.τ.).</p>
<p>Μιά ἄλλη φωνητική ἐξέλιξη πού ὑποθέτουμε ὅτι ἔλαβε χώραν στά <i>*μακρενός &gt; *μακερνός / μακεδνός </i>εἶναι ἡ ταυτοσυλλαβική μετάθεση τοῦ ὑγροῦ. Τό φαινόμενο ἐμφανίζεται καί σέ συγγενεῖς πρός τό <i>μακρός</i> ν.ἑ. τύπους, ὅπως: <i>μακυργιά </i>(= μακριά) Μεγίστη (= Καστελλόρριζο)  Λῆμν. <i>μακυρζ΄ά </i>(= μακριά) Κάλυμν. <i>μακουρλεύου </i>(= κάμνω τι μακρουλόν) Σκῦρ. <i>μακουρλός </i>(= μακρουλός) Σάμ. (Κουμαδαρ.) <i>μακουρλές-ή-ό </i>(= μακρουλός) Σκῦρ.</p>
<p>Ἰδιαίτερα διαφωτιστικοί γιά τίς φωνητικές ἐξελίξεις πού ὑποθέτουμε ὅτι ἐπισυνέβησαν στά <i>μακρινός </i>(<i>μακρυνός</i>)<i>, μάκρινος, μάκρενος, *μακρενός, *μακερνός </i>εἶναι τύποι τοῦ ἐπιθέτου <i>κίτρινος, </i>τούς ὁποίους περιοριζόμαστε ἁπλῶς νά παραθέσουμε: <i> </i></p>
<p><i>κίτρ᾿νους </i>Μακεδ. <i>κίτιρνος </i>Μακεδ. Πόντ. Προπ. <i>κίτιρνους </i>Ἀ. Ρουμελ. Εὔβ. Ἤπ. Θεσσ. Θράκ. Μακεδ. Στερελλ. <i>κίτ<sup>σ</sup>ιρνους </i>Μακεδ. (Σιάτ.) <i>κίτερνος </i>Θεσσ. Μακεδ. Πόντ. Τῆν. <i>κίτερνους </i>Ἀ. Ρουμελ. Θεσσ. Μακεδ. <i>κίτιαρνους </i>Μακεδ. (Καταφύγ.) <i>κίτουρνος </i>Πόντ. <i>τσίτερνος </i>Μεγίστ. <i>τσίτερνες </i>Σκῦρ. <i>κούτουρνος </i>Πόντ. <i>κίτιινους </i>Σαμοθρ. <i>κίτιρος </i>Ἤπ. <i>κίτιρους </i>Ἤπ. Μακεδ. <i>κίτερος </i>Ἤπ. <i>κίτ᾿ρους </i>Ἤπ. κ.ἄ.</p>
<p>Ἐπειδή θά ἀντιπροβληθῇ κι ἐδῶ ἡ -ἀμφισβητήσιμη- ἀκαδημαϊκή ἄποψη ὅτι τά <i>κίτρον, κίτρινος </i>κ.λπ. εἶναι ἀντιδάνεια τῆς ἑλληνικῆς ἀπό τήν λατινική, σπεύδουμε νά διευκρινίσουμε ὅτι, ἀκόμη κι ἔτσι νά ᾿ναι, τύποι ὅπως <i>κίτιρνος, κίτερνος, κίτερος, κίτιαρνους, κούτουρνος </i>κ.λπ., ἀποθησαυρισμένοι οἱ περισσότεροι μόλις τόν εἰκοστό αἰῶνα, εἶναι ἐνδεικτικοί δυνητικῶν φωνομορφολογικῶν ἐξελίξεων, χωρίς νά μπορῇ νά ἀποκλεισθῇ ἐντελῶς ἡ πιθανότητα νά μᾶς ἀνάγουν στήν πηγή τοῦ πρώτου δανεισμοῦ καί σέ μιά φωνητική συμπεριφορά πού ἐνδεχομένως χαρακτήριζε ὑπόγεια, λανθάνοντα στρώματα τῆς ἑλληνικῆς. Γιατί δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ κυριαρχία τῆς ἀττικῆς διαλέκτου στήν γραμματειακή μας παράδοση δέν ἐπέτρεψε παρά σέ ἐλάχιστα λείψανα τῆς μακεδονικῆς π.χ. διαλέκτου νά ἀναδυθοῦν στήν ἐπιφάνεια τῆς γραπτῆς ἔκφρασης, ἐνῷ εἶναι λογικό καί ἀναμενόμενο πώς πολύ περισσότερα παρέμειναν ἐν χρήσει στόν προφορικό λόγο.</p>
<p>Καί εἶναι βέβαια τεράστια ἀντίφαση νά ἀξιοποιοῦνται γιά τήν διερεύνηση τῆς ἰνδοευρωπαϊκῆς νεώτεροι γερμανικοί, ἰρλανδικοί, ἀγγλικοί, σλαβικοί κ.λπ. τύποι, καί νά μή λαμβάνωνται ὑπ᾿ ὄψει, οὔτε καί κατ᾿ ἐλάχιστο, τύποι τῆς νεοελληνικῆς προφορικῆς παράδοσης, πού ἐνδεχομένως μνημειώνουν ὅ,τι ἡ ὑπερδισχιλιετής ἀττικιστική ἐπιβολή ἀπώθησε στά βάθη τοῦ γλωσσικοῦ / πολιτισμικοῦ ὑποσυνειδήτου.</p>
<p><i> </i></p>
<p><i>  </i></p>
<p>&nbsp;</p>
<div><br clear="all" /></p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref1">[1]</a>Beekes, R. (2010), <i>Etymological Dictionary of Greek, </i>Leiden, Boston: Brill.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref2">[2]</a> Βλ.Liddell – Scott – Κωνσταντινίδου, σ.λ. <i>κελαρύζω</i><i>, </i><i>κελαδέω</i><i> </i>κ.λπ.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref3">[3]</a> <i>Ἱστορικὸν</i><i> </i><i>Λεξικὸν</i><i> </i><i>τῆς</i><i> </i><i>Νέας</i><i> </i><i>Ἑλληνικῆς</i><i>, </i><i>τῆς</i><i> </i><i>τε</i><i> </i><i>κοινῶς</i><i> </i><i>ὁμιλουμένης</i><i> </i><i>καὶ</i><i> </i><i>τῶν</i><i> </i><i>ἰδιωμάτων</i><i>, </i>τ. Α΄- ΣΤ΄ (<i>Α</i><i>-</i><i>διάλεκτος</i>), Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, 1933 κ.ἑ.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref4">[4]</a> Οἱ παρατιθέμενοι τύποι προέρχονται, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἀπό τό <i>Ἀρχεῖο</i><i> </i><i>τοῦ</i><i> </i><i>Κέντρου</i><i> </i><i>Ἐρεύνης</i><i> </i><i>τῶν</i><i> </i><i>Νεοελληνικῶν</i><i> </i><i>Διαλέκτων</i><i> </i><i>καί</i><i> </i><i>Ἰδιωμάτων</i><i> </i>τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν.</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref5">[5]</a> Βλ. Καραναστάσης, Ἀ. (1984-1992), <i>Ἱστορικὸν</i><i> </i><i>Λεξικὸν</i><i> </i><i>τῶν</i><i> </i><i>Ἑλληνικῶν</i><i> </i><i>Ἰδιωμάτων</i><i> </i><i>τῆς</i><i> </i><i>Κάτω</i><i> </i><i>Ἰταλίας</i><i>, </i>τ. 5, Ἀθῆναι: Ἀκαδημία Ἀθηνῶν</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref6">[6]</a> Παπαχριστοδούλου, Χ. (1986), <i>Λεξικὸ τῶν Ροδίτικων Ἰδιωμάτων, </i>Ἀθήνα: Στέγη Γραμμάτων καί Τεχνῶν Δωδεκανήσου<i> </i></p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref7">[7]</a> Βλ. Κωστάκης, Θ. (1986-1987), <i>Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου, </i>τ. 3, Αθήνα: Ἀκαδημία Ἀθηνῶν</p>
</div>
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/CAJ8OJFM/%CE%97%20%CE%95%CE%A4%CE%A5%CE%9C%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%A9%CE%9D%20%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%A9%CE%9D.docx#_ftnref8">[8]</a> Βλ. καί Κακριδής, Ι. (1986), <i>Ελληνική Μυθολογία </i>(Γενική Εποπτεία), τ. 5, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/4591/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>ΑΥΤΟ ΜΑΣ ΜΑΡΑΝΕ</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/4249</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/4249#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 04 Feb 2017 06:39:50 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[γλωσσολογία]]></category>
		<category><![CDATA[Δάλκος]]></category>
		<category><![CDATA[Σωσύρ]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=4249</guid>
		<description><![CDATA[Στήν πρόσφατη ἀγόρευσή του στήν βουλή, ὁ πρωθυπουργός τῆς χώρας χρησιμοποίησε ἀντί τοῦ ὀρθοῦ τύπου «αἰτεῖται» τό ἐξοργιστικό «αἰτᾶται». Ἀλλά ἀκόμα πιό ἐξοργιστική ὑπῆρξε ἡ ἀντίδρασή του στήν διόρθωση τοῦ ὀλισθήματος: «Αυτό σας μάρανε!». Καί εἶναι ἐξοργιστική ἡ ἀντίδραση αὐτή, διότι ἀντί τῆς ταπεινῆς παραδοχῆς τοῦ γλωσσικοῦ ὀλισθήματος ἐπιχειρεῖ νά καθαγιάσῃ τήν κακοποίηση τῆς γλώσσας [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: left;" align="center"><a href="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2017/02/ΧΩΡΑ.jpg"><img class="alignleft size-medium wp-image-4250" alt="ΧΩΡΑ" src="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2017/02/ΧΩΡΑ-288x300.jpg" width="288" height="300" /></a>Στήν πρόσφατη ἀγόρευσή του στήν βουλή, ὁ πρωθυπουργός τῆς χώρας χρησιμοποίησε ἀντί τοῦ ὀρθοῦ τύπου «αἰτεῖται» τό ἐξοργιστικό «αἰτᾶται». Ἀλλά ἀκόμα πιό ἐξοργιστική ὑπῆρξε ἡ ἀντίδρασή του στήν διόρθωση τοῦ ὀλισθήματος: «Αυτό σας μάρανε!». Καί εἶναι ἐξοργιστική ἡ ἀντίδραση αὐτή, διότι ἀντί τῆς ταπεινῆς παραδοχῆς τοῦ γλωσσικοῦ ὀλισθήματος ἐπιχειρεῖ νά καθαγιάσῃ τήν κακοποίηση τῆς γλώσσας μας μέ τό λανθάνον ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἔγνοια γιά τήν γλῶσσα μας δέν εἶναι καί τόσο σημαντικό πρᾶγμα ὅσο π.χ. τά χρέη τοῦ <i>Ἐθνικοῦ Κήρυκα</i> Χανίων.</p>
<p>Δέν ἔχω δέ καμμιά ἀμφιβολία ὅτι ἄν γινόταν θέμα γι᾿ αὐτήν τήν θρασεῖα ὑπεράσπιση τῆς ἀμορφωσιᾶς, ἕνα σωρό αὐτόκλητα (σω)τσυράκια τῆς γλωσσολογίας θά ἔσπευδαν νά ξιφουλκήσουν ἐναντίον τῶν ἐπάρατων «ρυθμιστικῶν» διορθωτικῶν παρεμβάσεων καί νά κατακεραυνώσουν ὅσους ὑπεραμύνονται ὄχι μόνο τῆς χρήσης ἀλλά καί τῆς γνώσης τῆς γλώσσας, ἀπαραίτητης προϋπόθεσης γιά τήν ὀρθή της χρήση.</p>
<p><span id="more-4249"></span></p>
<p>Ἐξηγοῦμαι: Τό ἀρχαῖο ρῆμα «αἰτέομαι &gt; αἰτοῦμαι» ἐνωφθαλμίστηκε στήν νέα ἑλληνική ἀπό τούς ὑπέρ τό δέον κατηγορημένους λογίους τοῦ ἔθνους -ὅπως καί τά ἐπίσης λόγια «παραιτοῦμαι», «ἀπαιτοῦμαι»- πρᾶγμα πού συνιστᾷ μιά καθ᾿ ὅλα εὐλογημένη «ρύθμιση», ἀφορῶσα τό πενῆντα καί παραπάνω τοῖς ἑκατό τοῦ λεξιλογικοῦ πλούτου τῆς γλώσσας μας. Αὐτόν τόν πλοῦτο δέν μποροῦμε νά τόν καταργήσουμε, οὔτε νά τόν προσαρμόσουμε συλλήβδην στά μορφολογικά πρότυπα τῆς «νέας» ἑλληνικῆς, γιατί ἀποτελεῖ πλέον μιά δεύτερή της φύση. Κοντολογίς, δέν μποροῦμε πιά, κατά τό πρότυπο τοῦ νεοελληνικοῦ «ζητάω» νά λέμε καί νά γράφουμε «παραιτᾶται», «ἀπαιτᾶται», ἀλλά ὀφείλουμε νά συμμορφωθοῦμε πρός τίς ἀπαιτήσεις τῆς λόγιας / ἀρχαίας γλωσσικῆς παράδοσης μαθαίνοντας ἐπί τέλους  αὐτό πού δέν ξέρουμε.</p>
<p>Γι᾿ αὐτό ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας, μεσαιωνικῆς καί νεώτερης, καθαρεύουσας καί δημοτικῆς, γραμματικῆς καί γραμματειακῆς μας παράδοσης ἀποτελεῖ ὅρο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιά τήν γλωσσική / πολιτισμική μας ὕπαρξη καί δημιουργία. Βλέπουμε ἐν τούτοις ὅτι ἡ παράδοση αὐτή πλήττεται, καί παλαιότερα, καί στίς μέρες μας ἀπό τούς θιασῶτες ἑνός στενά χρησιμοθηρικοῦ πνεύματος πού τό πρωθυπουργικό «Αυτό σας μάρανε!» ἐκφράζει παραστατικώτατα. Αὐτό λοιπόν μᾶς μάρανε πού καταργήθηκε ὁ θουκυδίδειος «Ἐπιτάφιος»· αὐτό μᾶς μάρανε πού ἐπιχειρήθηκε ὁ ὀβελισμός τῆς «Ἀντιγόνης»· καί βέβαια –καί κυριώτατα- αὐτό μᾶς μάρανε πού ἡ διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ὑπονομεύεται καίρια, ἀφοῦ τό μάθημα δέν ἐξετάζεται, ὁδεύοντας, κατά τό πάγιο ἔθος τῆς ἀνερμάτιστης νεοελληνικῆς κοινωνίας, στά ἀζήτητα.</p>
<p>Ἄς μή γελιώμαστε, ὅμως. Ὅταν θά ἔχουν δημιουργηθῆ τεράστιες στρατιές παιδιῶν ἀμόρφωτων καί ἀνάγωγων, ἀποξενωμένων ἐντελῶς ἀπό τίς ἀξίες τῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τότε καί ἡ διδασκαλία τῆς «Ἀντιγόνης» ἤ τοῦ «Ἐπιταφίου» θά μεταβληθῇ σέ μιά ἀξιοθρήνητη καρικατούρα –τά πρῶτα σημάδια εἶναι ἤδη ἐμφανῆ-, ὁπότε ἡ κατάργησή της θά φαντάζῃ ὡς πράξη αὐτονόητου ρεαλισμοῦ.</p>
<p>Αὐτό τό εὔλογο συμπέρασμα προκύπτει ἀπό τήν διαπίστωση ὅτι τό πνεῦμα τοῦ «αὐτό σᾶς μάρανε», ἡ εὐθεῖα ἐπίθεση κατά τῆς γλωσσικῆς / πολιτισμικῆς μας διαχρονίας εἶναι διάχυτο σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, καί βέβαια στούς κύκλους ὅσων διαχειρίζονται τίς τύχες τῆς παιδείας μας, πολλῶν φιλολόγων / γλωσσολόγων συμπεριλαμβανομένων. Μιά ματιά στά λεγόμενα τοῦ πατέρα τῆς δομικῆς γλωσσολογίας, τοῦ Φ. ντέ Σωσσύρ, πού οἱ ἐγχώριοι ἀναμασητές τῆς ξένης σοφίας τόν ἔχουν γιά Βαγγέλιο, δείχνει ποιό εἶναι τό «θεωρητικό» ὑπόβαθρο ἀπ᾿ τό ὁποῖο πηγάζει ἡ ἀμιγῶς «συγχρονική» ἀντίληψη στήν γλῶσσα, αὐτό τό ἰσοπεδωτικό «μίσος γιά τό παρελθόν» καί ἡ ἀποθέωση τοῦ γλωσσικοῦ «παρόντος»:</p>
<p>«Γι᾿ αὐτό ὁ γλωσσολόγος, πού θέλει νά ἀντιληφθεῖ τήν κατάσταση αὐτή, ὀφείλει νά ἐξαλείψει ἐντελῶς καθετί πού τήν παρήγαγε καί ν᾿ ἀγνοήσει τή διαχρονία. Δέ μπορεῖ νά μπεῖ μέσα στή συνείδηση τῶν ὁμιλούντων παρά μόνο καταργώντας τό παρελθόν. Ἡ παρέμβαση τῆς ἱστορίας δέ μπορεῖ παρά νά κάνει ψεύτικη τήν κρίση του. Θά ἦταν ἀνόητο νά σχεδιάσουμε ἕνα πανόραμα τῶν Ἄλπεων παίρνοντάς το ταυτόχρονα ἀπό πολλές κορυφές τοῦ συγκροτήματος τοῦ Jura· ἕνα πανόραμα πρέπει νά παρθεῖ ἀπό ἕνα μόνο σημεῖο&#8230;» (Φ. ντέ Σωσσύρ, <i>Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας, </i>σ. 117, βλ. καί Χ. Δάλκου, <i>Τά ἰδεολογήματα τῆς νέας γλωσσολογίας, </i>σ. 16 κ.ἑ.).</p>
<p>Θά ᾿λεγε κανείς πώς ἡ κατάργηση τοῦ γλωσσικοῦ παρελθόντος, ἀπό τήν παιδεία μιᾶς χώρας πού τό μεγαλύτερο συγκριτικό της πλεονέκτημα εἶναι τό ἀχανές γλωσσικό της παρελθόν, ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἀπίστευτης καί βλακώδους πνευματικῆς / πολιτισμικῆς αὐτοκτονίας. Δέν πρόκειται ὅμως γιά βλακεία, πολύ περισσότερο γιά αὐτοκτονία, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, εἴτε τό ξέρουν εἴτε δέν τό ξέρουν, νοιάζονται νά ἀνταποκριθοῦν στίς ἀνάγκες καί τίς ἀπαιτήσεις ὄχι τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καί πραγματικότητας, ἀλλά αὐτές τοῦ παγκοσμιοποιούμενου χρηματιστικοῦ κεφαλαίου, πού στήν ἐποχή μας ἔχει ἀμερικανικό πρόσημο.</p>
<p>Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ πρεμούρα τους νά εἰσαγάγουν τήν διδασκαλία τῆς ἀγγλικῆς ἤδη ἀπό τήν β΄ δημοτικοῦ. Ποῦ πῆγαν ἐκεῖνοι οἱ ὑποκριτικοί φόβοι ὅτι θά ὑπάρξῃ γλωσσική σύγχυση στά παιδιά, ἄν διδάσκονταν τά ἀρχαῖα, καί μάλιστα ὄχι στό δημοτικό ἀλλά στό γυμνάσιο; Ἄν πῇς καί γιά τήν πρεμούρα τους νά μήν διορθώνωνται τά λάθη, καί νά μήν ὑπάρχῃ ὁποιαδήποτε γλωσσική «ρύθμιση», πῶς ὀνομάζεται ἡ πρωτοβουλία κάποιων «ἀγνώστων» -ἄχ! αὐτοί οἱ ἄγνωστοι!- νά μετονομάσουν τήν α΄ ἐθνική κατηγορία σέ Super League καί τήν β΄ ἐθνική κατηγορία σέ Football League; Δέν εἶναι αὐτή ἡ παρέμβαση ἐξόχως «ρυθμιστική»; Ἤ μήπως τό γεγονός ὅτι ἡ «ρύθμιση» εἶναι ἀφανής ἤ λαθραία τήν νομιμοποιεῖ; Τά κέντρα φιλοξενίας γιατί ὀνομάζονται hot spots; Θά μοῦ πῆτε τό ἐπέβαλε ἡ τηλεόραση. Καί ἀπό πότε ἕνα ὀλιγάριθμο ἐπιτελεῖο ἐξωνημένων δικαιοῦται νά ἐπιβάλλῃ «ρυθμίσεις», καί δέν δικαιοῦται ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πού (θά ᾿πρεπε νά) εἶναι τό Ὑπουργεῖο Παιδείας;</p>
<p>Καί τί νά πῇ κανείς γιά τούς (ἀμερικανο)antifaσίστες πού πότε μᾶς συνιστοῦν don᾿t call me Greek (σιγά μή σᾶς ἀπονείμουμε τόν τιμητικό τίτλο, ρετάλια τῆς ἀμερικανοκρατίας!) καί πότε μᾶς συμβουλεύουν antifaτικώτατα: support your local (φαίνεται στά «λόκαλ» δέν συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γλῶσσα τῶν ἀφελῶν ἰθαγενῶν!). Πρέπει λοιπόν νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ ποικίλοι ἐγκάθετοι ἤ ἁπλῶς χρήσιμοι ἠλίθιοι τοῦ παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμοῦ μᾶς ἔπιασαν ἀμερικανάκια (ἑλληνιστί «κώτσους») καί μᾶς ὠθοῦν νά ἐγκαταλείψουμε τά πολιτισμικά μας τιμαλφῆ στά ἀζήτητα, νά καταργήσουμε μέ μιά μονοκοντυλιά τό «παρελθόν».</p>
<p>Ὅμως, σήμερα, πού τείνει νά ἀποδειχθῇ περίτρανα ὅτι ἡ «συγχρονία» ἀλληλοδιαπλέκεται ἀξεδιάλυτα μέ τήν «διαχρονία», καί ὅτι ἡ «νεο»ελληνική συντηρεῖ ζωηρότατες μνῆμες ὄχι μόνο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἀλλά καί τῆς λεγομένης «προελληνικῆς» (ἤτοι τῆς πρό τοῦ 2.000 π.Χ. ὁμιλουμένης σ᾿ αὐτόν τόν τόπο πρωτοελληνικῆς γλώσσας), ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ μέγιστου πολιτισμικοῦ μας ἀγαθοῦ, τῆς γλώσσας μας, πρέπει νά ἀλλάξῃ ἄρδην. Δέν πρόκειται μόνο γιά τίς ἀμμουδιές τοῦ Ὁμήρου ἀλλά καί γι᾿ αὐτές τῆς πρωτοελληνικῆς «θάλασσας»· δέν πρόκειται μόνο γιά τίς κορυφές τῶν ὁμηρικῶν «ὀρέων» ἀλλά καί γιά τίς κορφές τῶν πρωτοελληνικῶν «βουνῶν».</p>
<p>Τήν ἀντιπαραβολική διερεύνηση «νέας» καί ἀρχαίας, ἀρχαιοελληνικῆς καί πρωτοελληνικῆς γλωσσικῆς παράδοσης, μόνο ἐμεῖς μποροῦμε νά διεκπεραιώσουμε εἰς βάθος, συνεισφέροντας καίρια καί οὐσιαστικά στόν πανανθρώπινο πολιτισμό, ἀρκεῖ νά προσεγγίσουμε καί νά γνωρίσουμε εἰς βάθος καί τίς δύο μορφές τῆς γλώσσας μας, ὑπερβαίνοντας πνευματοκτόνα συμπλέγματα καί μικρόνοες «προοδευτισμούς». Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοια, στήν ἐπιτιμητική τῆς ἔγνοιας μας γιά τήν γλῶσσα ἀποστροφή «Αυτό σας μάρανε!» ἦρθε καιρός νά ἀπαντήσουμε: Ναί, αὐτό μᾶς μάρανε, καί μᾶς μαραίνει, αὐτό πού πιό πολύ θά μᾶς κάνῃ καί ν᾿ ἀνθίσουμε!</p>
<p align="center">Χρίστος Δάλκος, φιλόλογος</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/4249/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Bύττος, ἤ ἡ μικρόνοια τῆς νεοελληνικῆς γλωσσολογικῆς ἐπιστήμης</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/3911</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/3911#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 22 Jan 2016 08:23:43 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[γλωσσολογία]]></category>
		<category><![CDATA[Δάλκος]]></category>
		<category><![CDATA[πούτσος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=3911</guid>
		<description><![CDATA[Γιά τήν ἐτυμολογία τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς λέξης ποῦτσος, πούτσα (= τό ἀνδρικό γεννητικό ὄργανο) ἔχουν λεχθῆ τά πιό ἀπίθανα πράγματα [πρβλ. Ἀνδριώτη «μποῦτσος ὁ, ἴσως σλαβ. butsa (= ἐξόγκωμα, προεξοχή, εὐφημιστικά)]. Κατά Μ. Φιλήντ. Γλωσσογν. 4, 55 πούτσα &#60; ἀρχ. πόσθη.)». Ὁ Μπαμπινιώτης σημειώνει γιά τήν ἀβεβαίου ἐτύμου λέξη ὅτι ἔχει προταθῆ ἀκόμη καί ἡ [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p align="center"><span style="line-height: 1.5em;">Γιά τήν ἐτυμολογία τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς λέξης </span><i style="line-height: 1.5em;">ποῦτσος, πούτσα </i><span style="line-height: 1.5em;">(= τό ἀνδρικό γεννητικό ὄργανο) ἔχουν λεχθῆ τά πιό ἀπίθανα πράγματα [πρβλ. Ἀνδριώτη «</span><b style="line-height: 1.5em;">μποῦτσος </b><span style="line-height: 1.5em;">ὁ, ἴσως σλαβ. </span><i style="line-height: 1.5em;">butsa</i><i style="line-height: 1.5em;"> </i><span style="line-height: 1.5em;">(= ἐξόγκωμα, προεξοχή, εὐφημιστικά)]. Κατά Μ. Φιλήντ. Γλωσσογν. 4, 55 </span><i style="line-height: 1.5em;">πούτσα </i><span style="line-height: 1.5em;">&lt; ἀρχ. </span><i style="line-height: 1.5em;">πόσθη.</i><span style="line-height: 1.5em;">)». Ὁ Μπαμπινιώτης σημειώνει γιά τήν ἀβεβαίου ἐτύμου λέξη ὅτι ἔχει προταθῆ ἀκόμη καί ἡ σύνδεση μέ τό τουρκ. puc (= ἡ σχισμή τῶν γλουτῶν).</span></p>
<p>Ὁ βασικός λόγος τῆς ἀστοχίας ἤ ἀμηχανίας περί τήν ἐτυμολογία τῆς πάγκοινης λέξης εἶναι ἡ πεισματική ἄρνηση τῶν ἐτυμολογούντων νά ἀναζητήσουν τήν λύση στό ἐσωτερικό τῆς νέας ἑλληνικῆς. Ἄν ἔμπαιναν στόν κόπο, εὔκολα θά διαπίστωναν ὅτι ὡρισμένοι τύποι σχετικοί μέ τήν λέξη δέν χρησιμοποιοῦνται μόνο γιά ἄνδρες ἀλλά, παραδόξως, καί γιά γυναῖκες: <i>πουτσί</i><b> </b>(= γυναικεῖο αἰδοῖο || ὄρχις, μικρό ἀνδρικό μόριο), <i>πουτσίνα</i> (= γυναίκα ἱκανή, ἄξια, δυναμική), <i>πουτσούλα</i> (= μικρό ἀνδρικό μόριο ἤ μόριο μικροῦ ἀγοριοῦ || γυναίκα γερή, λεβέντισσα, ἄξια).</p>
<p><span id="more-3911"></span></p>
<p>Αὐτό εἶναι μιά πρώτη ἔνδειξη ὅτι ἡ λέξη ἀναφερόταν παλαιότερα καί στά δύο φῦλα, ὁπότε ἡ πρωτογενής της σημασία θά ἦταν γενικῶς «γεννητικό ὄργανο», ἀνεξαρτήτως φύλου. Ἡ ὑπόθεση ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τό τοῦ Ἡσυχίου «<i>βύττος· γυναικὸς αἰδοῖον», </i>μιά λέξη πού θά ἀκούγονταν εἴτε ὡς «bοῦτ-τος» εἴτε καί ὡς «bοῦτσος». Ἀλλά ἀκόμα κι ἄν ὑποτεθῇ ὅτι τό διπλό ταῦ τοῦ «βύττος» δέν ἀντιστοιχεῖ στόν φθόγγο «τσ», ἴχνη τῆς ἐκφορᾶς «τ-τ» πού ἐξελίχθηκε σέ ἁπλό «τ» ἤ «τσ» διασώζονται σέ τύπους ὅπως <i>πουτάκι</i> (= αἰδοῖο γυναικός), <i>πούταρος</i> (= τό μεγάλο γυναικεῖο αἰδοῖο), <i>πουτί </i>(= γυναικεῖο αἰδοῖο), <i>πουτοπάννι</i> (= ἐπίδεσμος ὑγείας κατά τήν ἔμμηνο ρύση), <i>ποῦτος</i> (μεγεθυντικό τοῦ <i>πουτί</i>, αἰδοῖο γυναικός || μεγεθυντικό τοῦ <i>πουτάνα</i>), <i>ποῦττος </i>(= ἡ πρόστυχη, μόνον γιά τό θηλυκό μέ ἀρσενικό ἄρθρο), <i>πουτούδης</i> (= γυναικᾶς), <i>πουτούδι,</i> <i>πουττούδι</i> (= γυναικεῖο αἰδοῖο).</p>
<p>Ὁ τύπος <i>ποῦ(τ)τος </i>(= μεγεθυντικό κατ᾿ οὐσίαν τοῦ <i>πουτάνα</i>) δείχνει ποῦ πρέπει νά ἀναζητηθῇ ἡ ἐτυμολογική ἀρχή τῆς λέξης <i>πουτάνα </i>(οἱονεί: ἡ ἔχουσα μεγάλο αἰδοῖο, καί κατ᾿ ἐπέκταση ἡ ἐρωτιάρα), πρβλ. καί <i>μπουτζαρόνα</i> (= γυναίκα ψεύτρα, αἰσχρή, πόρνη). Ἡ παραδοσιακή ἐτυμολόγηση τοῦ ὀψίμου μεσαιωνικοῦ «πουτάνα» ἐκ τοῦ ἰταλ. <i>putana</i><i> &lt; </i><i>putta</i><i> </i>(= κορίτσι) (Ἀνδριώτης)<i> </i>ἤ ἰταλ. <i>putana</i><i> &lt; </i><i>putta</i><i> &lt; </i>παλ. γαλλ.<i> </i><i>pute</i><i> &lt; </i>λατ.<i> </i><i>puter</i><i> </i>(= διεφθαρμένος, σάπιος, βδελυρός) (Μπαμπινιώτης) ὀφείλει νά ἀναθεωρήσῃ μερικῶς τίς ἀπόψεις της, λαμβάνοντας σοβαρά ὑπ᾿ ὄψει της τίς λεξιλογικές καί σημασιολογικές ἐνδείξεις τῆς νέας ἑλληνικῆς ἐν συνδυασμῷ πρός τό τοῦ Ἡσυχίου «<i>βύττος· γυναικὸς αἰδοῖον».</i><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/D9JTNP7K/%CE%B2%CF%8D%CF%84%CF%84%CE%BF%CF%82.docx#_ftn1"><sup><sup>[1]</sup></sup></a></p>
<p>Ἕνας ἐπί πλέον λόγος γιά νά τό κάνῃ εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ λέξη <i>βύττος </i>χαρακτηρίζεται «προελληνική» ἀπό τόν E. Furnée (<i>Die</i><i> </i><i>wichtigsten</i><i> </i><i>konsonantischen</i><i> </i><i>Erscheinungen</i><i> </i><i>des</i><i> </i><i>Vorgriechischen</i>)<i> </i>ἤ τόν R. Beekes (<i>Etymological</i><i> </i><i>Dictionary</i><i> </i><i>of</i><i> </i><i>Greek</i>), ἐπί τῇ βάσει τῆς συσχέτισής της πρός τήν γλῶσσα τοῦ Ἡσυχίου «<i>μυττός· τὸ γυναικεῖον</i>» («προελληνική» ἐναλλαγή <i>β~μ</i>).</p>
<p>Καί πάλι ἡ προσφυγή στήν νέα ἑλληνική εἶναι ἱκανή νά διασαφήσῃ πάμπολλα ζητήματα πού ἔχουν νά κάνουν μέ τήν φύση καί τίς καταβολές τῆς περιώνυμης «προελληνικῆς», τήν ἰχνηλάτηση τῆς ρίζας πού ὑπόκειται τῶν <i>(μ)ποῦτσος, βύττος, </i>καθώς καί τήν πρωταρχική της σημασία πού τῆς ἐπέτρεψε νά ὑποδηλώνῃ τόσο τό ἀνδρικό ὅσο καί τό γυναικεῖο γεννητικό ὄργανο.</p>
<p>Μιά πρώτη ἰδέα γιά τήν πρωταρχική αὐτή σημασία μᾶς δίνει ἡ λέξη <i>μπουτσουνάρι </i>(= κρουνός) πού ἐτυμολογεῖται ἀπό τό «ἰταλ. διαλεκτ. <i>buzzunara</i><i> </i>(= μεγάλη φιάλη)». Δέν ἀμφισβητεῖται ἐδῶ ἡ, προφανής ἄλλωστε, συγγένεια τῶν γραικικῶν καί ἰταλικῶν τύπων, ἐφ᾿ ὅσον ὅμως ἀναγνωρίζεται ὡς ἁπλῆ συγγένεια καί δέν ἐπιδιώκεται ἡ ὑπαγωγή τῆς μιᾶς γλωσσικῆς παράδοσης στήν ἄλλην. Δεδομένου ὅτι ἡ γραικική, ἡ καθ᾿ ἡμᾶς «νεο»ελληνική, διαθέτει σωρεία τύπων πού πείθουν ὅτι ἡ ἔννοια τῶν <i>(μ)ποῦτσος, βύττος </i>οἰκοδομήθηκε ἐπί τῆς γενικώτερης καί πρωταρχικώτερης ἔννοιας τῆς ροῆς (προφανῶς τῶν οὔρων), ἡ προσφυγή κατά προτεραιότητα στήν ἰταλική καί ὄχι στήν ἀπείρως κατατοπιστικώτερη γραικική παράδοση συσκοτίζει τήν πραγματικότητα καί ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀλήθεια:</p>
<p><i>μπουτσουνάρα</i>, <i>μπουτζουνάρα, πουτσουνάρα</i> (= ὑδρορροή), <i>μπυτσινάρα</i> (= κάνουλα τῆς βρύσης, κρουνός),<i> μπουσουνάρα  (= </i>βρύση μέ λίγο νερό), <i>μπουτουνάρι (= </i>ὑδρορροή), <i>μπουτσουνάρι,</i> <i>μπουτσινάρι</i> (= στόμιο ἐκροῆς ὑγρῶν), <i>μποτσινάρι,</i> <i>μποτσονάρι</i> (= σωληνοειδές στόμιο), <i>ποτσινάρι</i> (= τό στόμιο τῆς ποτίστρας), <i>μπυτζινάρι </i>(= σωληνάρι τσαγέρας κ.λπ. ἀπό τό ὁποῖο κενώνουν τό περιεχόμενο), <i>πυτσινάρι</i> (= πήλινο δοχεῖο νεροῦ), <i>μπουσουνάρι </i>(= τό στόμιο δοχείου ὑγρῶν), <i>μπουτσουναράκι</i> (= στόμιο ἐκροῆς ὑγρῶν), <i>μπουτσουναρίζω</i> (= ἐκρέω), <i>μπουτσουνιέρα,</i> <i>μπουτζουνιέρα</i> (= ὀπή ἀπό τήν ὁποία ρέει ὁ μοῦστος), <i>πυτινίστρα (= </i>νεροπίστολο) κ.λπ., πρβλ. ἀ.ἑ. <i>βυτίνη, πυτίνη </i>(= εἶδος δοχείου) (ν.ἑ. <i>βυτίνα, βουτσίνα, β᾿κίνα, φ᾿τίνα, γυτίνα </i>κ.λπ. | <i>βυτινάρα, βυτ᾿νάρα, βουτσουνάρα </i>κ.ἄ.), ἡ ὁποία, λόγῳ τῆς <i> </i>ἐναλλαγῆς <i>π~β</i> καί τοῦ ἐπιθήματος  <i>–ιν-</i>, ἀποδίδεται καί πάλι στήν λεγόμενη «προελληνική».</p>
<p>Ὅτι οἱ ὡς ἄνω τύποι προέκυψαν μέ πτώση ἑνός πρωτογενοῦς ὑγροῦ ἀποδεικνύεται ἀπό τά <i>μπρουτσούνι</i> (= τό σωληνάρι τῶν ἀγγείων), <i>μπρουτσουνάρα</i> (= μεγάλη ροή ὑγροῦ), <i>μπρουτσουνάρι </i>(= σωληνάρι ἀγγείων), <i>μπρουτσουνάρω</i> (= γιά ὑγρά: ρέω μέ ὁρμή), <i>μπρουτσουνέλα,</i> <i>μπρουτσουνέρα</i> (= κοιλωτό μάρμαρο τῆς βρύσης ἀπ᾿ ὅπου τρέχει τό ὑγρό), <i>μπλουτσουνιέρα</i> (= τρύπα σέ σωλήνα ἀπ᾿ ὅπου καταρρέει  ὁ μοῦστος) κ.λπ.</p>
<p>Μιά ἐπί πλέον ἀπόδειξη γιά τόν πρωτογενῆ χαρακτῆρα τοῦ ὑγροῦ πού κάνει τήν ἐμφάνισή του στά <i>μπρουτσούνι</i>, <i>μπρουτσουνάρα</i>, <i>μπρουτσουνάρι </i>κ.λπ. εἶναι καί ταυτόσημοι τύποι στούς ὁποίους παρουσιάζεται διατήρηση μέν τοῦ ὑγροῦ τῆς ρίζας ἀλλά πτώση τοῦ πρό τοῦ ὑγροῦ συμφώνου:</p>
<p><i>ρουτσουνίζω </i>(= τρέχω, ἐπί νεροῦ), <i>ρουτσουνῶ </i>(= καταρρέω), <i>ρούτσουνος </i>(= ὁ τόπος ἤ ὁ ἀγρός ὅθεν ἐκρέει πανταχόθεν κρουνηδόν τό ὕδωρ), <i>ρουσούν΄’ </i>(= ράμφος δοχείου, ὑδρορρόη), <i>ρουσουνάρι </i>(= ράμφος εἰς τά πήλινα ἤ ἐκ λευκοσιδήρου ἀγγεῖα || κρήνη μή ἔχουσα κρουνόν || ὁ αὐλός τοῦ πατητηριοῦ, δι᾿ οὗ ὁ μοῦστος ἐκρέει εἰς τό ἀποδοχάρι), <i>ρατσούνα </i>ἤ <i>ρουξούνι </i>(= τό κεραμίδι πού βάζουν στήν ὀπή γιά νά περνάῃ τό νερό), <i>ρατσουνίζ-ζω </i>(= σταλάζω) κ.λπ.</p>
<p>Δέν θέλω ἐδῶ νά ἐπεκταθῶ σέ τύπους προκύψαντες κατ᾿ ἀντιμετάθεσιν ὅπως <i>τσουρούνι </i>(= τό ξύλινον στόμιον εἰς τό νεράσκι), <i>τσουρουνάρι </i>(= μικρή κοίλη προεξοχή ἀπό τήν ὁποία ρέει ὑγρό) κ.λπ., γιατί νομίζω ὅτι μέ τούς ἤδη παρατεθέντες δόθηκε μιά σαφής εἰκόνα τῆς ἐσωτερικῆς πολυδιάσπασης πού χαρακτηρίζει τήν γλῶσσα μας, καί, τό κυριώτερο, πείσθηκαν, τοὐλάχιστον οἱ καλόπιστοι, ὅτι οἱ κοινές λέξεις <i>(μ)ποῦτσος, πούτσα </i>κ.τ.τ. ἐπήγασαν ἀπ᾿ τήν πρωταρχική σημασία «στόμιο ἀπό τό ὁποῖο ἐκρέει ὑγρό», γι᾿ αὐτό καί μποροῦσαν νά χρησιμεύσουν στήν ὑποδήλωση τόσο τοῦ ἀρσενικοῦ ὅσο καί τοῦ θηλυκοῦ γεννητικοῦ μορίου.</p>
<p>Εἶναι δέ ἐνδεικτικό τῆς ἰδιάζουσας σχέσης τῆς νεοελληνικῆς μέ τήν δῆθεν «προελληνική», τῷ ὄντι δέ πρωτοελληνική / γραικική γλωσσική παράδοση, τό γεγονός ὅτι ἡ ἐναλλαγή <i>β~μ </i>πού ἐντοπίζεται ἀπό τόν Furnée στά <i>βύττος ~ μυττὸς </i>(= <i>γυναικὸς αἰδοῖον</i>) κάνει τήν ἐμφάνισή της καί στά ν.ἑ. <i>μπουσιούνι</i><b> </b>(= τό γυναικεῖο αἰδοῖο, συνθημ. γλῶσσα κτιστῶν) ~ <i>μουσούνι</i><b> </b>(= τό γυναικεῖο αἰδοῖο).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">Χρῖστος Δάλκος, φιλόλογος</p>
<div><br clear="all" /></p>
<hr align="left" size="1" width="33%" />
<div>
<p><a title="" href="file:///C:/Users/user/AppData/Local/Microsoft/Windows/Temporary%20Internet%20Files/Content.Outlook/D9JTNP7K/%CE%B2%CF%8D%CF%84%CF%84%CE%BF%CF%82.docx#_ftnref1">[1]</a> Ἡ νεοελληνική γλωσσολογική ἐπιστήμη, δέσμια τῶν ὑπερδισχιλιετῶν ἀττικιστικῶν μας ἀγκυλώσεων, ἀδυνατεῖ νά διακρίνῃ -καί βεβαίως νά ἀξιοποιήσῃ- τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ πολύτιμου γραικικοῦ γλωσσικοῦ θησαυροῦ ὁ ὁποῖος εἶναι σέ θέση νά συνδράμῃ ἀποφασιστικά στήν ἐμβάθυνση ὄχι μόνο τῆς ἑλληνικῆς ἀλλά καί τῆς εὐρωπαϊκῆς -ἄν μή καί οἰκουμενικῆς- αὐτοσυνειδησίας.</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/3911/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ἡ πομακική λέξη káschlitsa (= βήχας)</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/3366</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/3366#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 01 Feb 2014 07:34:40 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Συμβαίνουν στη Θράκη]]></category>
		<category><![CDATA[Δάλκος]]></category>
		<category><![CDATA[πομάκικα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=3366</guid>
		<description><![CDATA[Χρίστος Δάλκος Ἡ μελέτη τῆς πομακικῆς, πού ἔχει, πρός τό παρόν, μιά μικρή ἱστορία, εἶναι σέ θέση, νομίζω, νά συνεισφέρῃ στήν ἔρευνα καί ἄλλων γλωσσῶν (μεταξύ τῶν ὁποίων τήν μερίδα τοῦ λέοντος εὔλογα διεκδικοῦν οἱ σλαβικές) ἀλλά καί τῆς ἑλληνικῆς, ὅσο παράδοξο κι ἄν ἀκούγεται κάτι τέτοιο. Αὐτό συμβαίνει γιατί πολλές ἀπό τίς ἑλληνικές λέξεις [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Χρίστος Δάλκος</strong></p>
<p>Ἡ μελέτη τῆς πομακικῆς, πού ἔχει, πρός τό παρόν, μιά μικρή ἱστορία, εἶναι σέ θέση, νομίζω, νά συνεισφέρῃ στήν ἔρευνα καί ἄλλων γλωσσῶν (μεταξύ τῶν ὁποίων τήν μερίδα τοῦ λέοντος εὔλογα διεκδικοῦν οἱ σλαβικές) ἀλλά καί τῆς ἑλληνικῆς, ὅσο παράδοξο κι ἄν ἀκούγεται κάτι τέτοιο. Αὐτό συμβαίνει γιατί πολλές ἀπό τίς ἑλληνικές λέξεις ἔχουν περάσει στήν πομακική σέ παλαιά ἐποχή, ἔτσι ὥστε νά συντηροῦν στοιχεῖα τά ὁποῖα ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἔχουν ἐξελιχθῆ διαφορετικά στήν κοινή νεοελληνική.</p>
<p><span id="more-3366"></span><br />
Ἔτσι, π.χ., τό ἀρχ. ἑλλ. ρεῦμα, ἐνῷ στήν νέα ἑλληνική διαμορφώθηκε ὡς ἐπί τό πλεῖστον &#8211; μέ ἀφομοίωση τοῦ β (v) πρός τό ἀκολουθοῦν μ &#8211; σέ ρέμμα &gt; ρέμα, στήν πομακική δέν παρουσιάζει ἀφομοίωση ἀλλά τροπή β &gt; γ καί περαιτέρω κλειστοποίηση τοῦ γ σέ g, ἤτοι ρεῦμα &gt; ρέγμα &gt; régma. Ὁ τύπος ρέγμα ἀπαντᾷ στήν Κέα καί τήν Κέρκυρα καί εἶναι ἐξαιρετικά ἀπίθανο ἡ πομακική νά τόν δανείσθηκε ἀπό ᾿κεῖ σέ νεώτερα χρόνια, ἐνῷ ἡ κλειστοποίηση γ &gt; g εἶναι ἀποκλειστικά δικό της χαρακτηριστικό πού Κύριος οἶδε πότε μορφοποιήθηκε.<br />
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει μέ τό πομακικό yéftino (= φτηνό) πού, ἀκολουθῶντας διαφορετική πορεία ἀπό τήν κοινή νεοελληνική (πρβλ. κ.ν.ἑ. φτηνός), συντηρεῖ τό ἀρκτικό φωνῆεν τοῦ μεταγενεστέρου εὐθηνός, κάτι πού παρατηρεῖται καί σέ ὡρισμένες συντηρητικές διαλέκτους καί ἰδιώματα: ἐφτηνός Μακεδ. Πόντ. Σάμ. Χίος ἐφτενός Πόντ. ἰφ᾿νός Μακεδ. Θράκ. γιφ᾿νός Μακεδ. ἀφτενός Πόντ. ἀφτηνός Εὔβ. Πόντ. ὀφτηνός Κρήτ. κ.λπ.<br />
Ἐδῶ θά μᾶς ἀπασχολήσῃ ἡ πομακική λέξη káschlitsa (= βήχας, βλ. Σεμπαεδήν Χότζα, Η καθημερινή γλώσσα των Πομάκων της περιοχής Μύκης, εκδ. Σπανίδη, Ξάνθη 2006, σ. 136), πού ὁμόρριζή της εἶναι ἀσφαλῶς ἡ λέξη κάσ΄λενιε (kašlenje: ξερόβηχας) πού παραθέτει στό λεξικό του ὁ Π. Θεοχαρίδης (βλ. Πέτρος Δ. Θεοχαρίδης, Πομακοελληνικό λεξικό, Αίγειρος, Θεσσαλονίκη 1996).<br />
Ἡ ἀκαδημαϊκή γλωσσολογία, σέ περίπτωση πού ἀσχολοῦνταν μέ τήν πομακική (κάτι πού ἔχει ἔλθει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, τοὐλάχιστον γιά τό Δημοκρίτειο, νά τό κάνῃ), θά περιωριζόταν στήν ἐπισήμανση τῆς συγγένειας τῶν πομακικῶν τύπων μέ τά βουλγαρικά кàшлица (κάσ΄λιτσα: βήχας) ἤ кàшлям (κάσ΄λιαμ: βήχω), ἀλλά ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ἡ ρίζα πού ὑπόκειται τῆς συγκεκριμένης πομακικῆς (ἤ, γενικώτερα, σλαβικῆς) λέξης μᾶς ἀνάγει σέ ἀκόμα βαθύτερα στρώματα τοῦ γλωσσικοῦ ὑποσυνειδήτου, στίς ἴδιες τίς ρίζες τῆς γλωσσικῆς ὀντογένεσης. Αὐτό γίνεται ἐμφανές ἄν συγκρίνουμε τά káschlitsa, kašlenje καί кàшлям μέ τά ποντιακά κάχλα (= τό φλέγμα τοῦ ἀποχρεμπτομένου), καχλάζω (= ἀποχρέμπτομαι || ἐπί νωποῦ τυροῦ, σχηματίζεται ἐπί τῆς ἐπιφανείας μου γλοιώδης ὕλη), καχλέας (= ὁ καθ᾿ ἕξιν διαρκῶς ἀποχρεμπτόμενος), καχλίζω (= ἀποχρέμπτομαι).<br />
Ὁ Ἄνθιμος Παπαδόπουλος (Ἱστορικὸν λεξικὸν τῆς Ποντικῆς διαλέκτου) παράγει τό ρῆμα καχλίζω «ἀπὸ τὸν ὀνοματοποιημένον φθόγγον κάχλ». Ἄλλωστε ἡ ποντιακή καί συνολικά ἡ κοινή νεοελληνική ἐπιβεβαιώνουν τήν άναγωγή στήν ἠχομιμητική ρίζα, μέ τύπους ὅπως: «κοχαρέας [...] ἐκ τοῦ φθόγγου κὸχ δηλοῦντος τὸν βῆχα. Ἐκεῖνος ποὺ βήχει συχνά», «κοχαρίζω [...] Βήχω συχνά», «κοχίζω, κουχίζω, κογίζω, κοΐζω [...] Ἀπὸ τὸν ὀνοματοποιημένον φθόγγον κὸχ δηλοῦντα τὸν βῆχα. 1) Βήχω δυνατά [...] 2) Κλαίω μὲ ἀναφιλυτά», «κουχίος [...] Ἰσχυρὸς βῆχας». Φυσικά στά παραπάνω συμπεριλαμβάνεται καί ὁ πάγκοινος κοκκίτης, ὁ ἰωνικός κουχλούς (= κοκκίτης), ἀλλά ἐπίσης –καί αὐτό εἶναι μιά νέα, ἀνατρεπτική ὅλης τῆς ὥς τώρα ἀκολουθούμενης ἐτυμολογικῆς πρακτικῆς πρόταση- καί τά κοχλίδιν (= σαλιγκάρι) Πόντ., κοχλιδίτζα (= ὁ θαλάσσιος κοχλίας, τό κοχύλι) Πόντ. κοχλίος, κοχλίöς, κοχλός, κόχλος, κόχλöς Πόντ., ἀρχ. ἑλλ. κοχλίας (= σαλιγκάρι), κόχλος, κόλχος (= ὀστρακόδερμο μέ κοχλιοειδές ὄστρακο), κόγχη, κόγχος, κογχύλη (= κοχύλι, ἀχιβάδα), κάλχη (= ὁ κοχλίας τῆς πορφύρας, πιθανώτατα μέ ἀντιμετάθεση ἐκ τοῦ *κάχλη, πρβλ. ν.ἑ. κάχλα, ἀ.ἑ. κόχλος, κόλχος), ν. ἑλλ. κοχλιός, χοχλιός, χουχουλιός, χουχλιός (= σαλιγκάρι, θαλασσινό σαλιγκάρι κ.λπ.) κόχλος, χόχλος, κοχλός, χόχχος (= σαλιγκάρι, μεγάλο κοχύλι πού μεταχειρίζονται γιά τηλεβόα κ.λπ.), μαυροκόχλακας (= εἶδος μαύρου σαλιγκαριοῦ) Καστελλόρριζο κ.λπ.<br />
Τό ὅτι τό σάλιο, ὁ σαλίγκαρος, τό κοχύλι, κ.λπ. ἔχουν τήν ἀφετηρία τους στόν ἦχο τοῦ βήχα, τό ἀποδεικνύει καί ἡ ποντιακή ἔκφραση ἁμόν κοχλίδ᾿ (= σάν σαλιγγάρι) πού χρησιμοποιεῖται «διά παιδί μυξιάρικο».<br />
Ἐάν λάβουμε ὡς σημεῖο ἐκκίνησης τήν ἠχομιμητική ρίζα, τ.ἔ. τόν ἦχο τοῦ βήχα «κάχλ», ὁ ἑπόμενος σταθμός στόν ὁποῖο ὁδηγεῖ ἡ φυσική πορεία τῶν συνειρμῶν εἶναι τό ἄμεσα συνδεόμενο πρός τόν βήχα σάλιο. Ἀκολουθεῖ κατά λογική συνεπαγωγή ἡ συνειρμική συσχέτιση μέ τόν κοχλία, χοχλιό, σαλίγκαρο (λόγῳ τοῦ «σάλιου» πού ἐκκρίνει) καί ἕπεται ἡ μετάβαση στόν θαλάσσιο κοχλία, τόν ἀ.ἑ. κόχλο, λόγῳ τῆς ὁμοιότητας τοῦ ὀστράκου του πρός αὐτό τοῦ κοχλία – σαλίγκαρου.<br />
Μένει νά ἐξετασθῇ ἡ προέλευση τοῦ š στά кàшлица, káschlitsa, кàшлям, kašlenje, ἄν δηλαδή προέκυψε ἀπό τό σύμπλεγμα –χλ- (ἤτοι: -χλ- &gt; -σ΄λ-) ἤ ἄν προῆλθε ἀπό ρίζα *kakl- πού μέ τσιτακισμό τοῦ ἀρκτικοῦ k πρό τοῦ a ἐξελίχθηκε σέ *tsakl- / *šakl- καί κατόπιν μέ ἀντιμετάθεση σέ kašl-. Δέν θά κάναμε ἀναφορά σ᾿ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἐξόχως περιπετειώδη φωνητική ἐξέλιξη, ἄν ἡ ποντιακή, τῆς ὁποίας οἱ μαρτυρίες μᾶς ὡδήγησαν στίς συσχετίσεις μέ τούς βουλγαρικούς καί πομακικούς τύπους, δέν παρουσίαζε στήν ἴδια, ἠχομιμητικῆς ἀρχῆς, ρίζα ἀνάλογα φαινόμενα.<br />
Ἔτσι, δίπλα στά παραπάνω παρατεθέντα κάχλα, καχλάζω, καχλέας, καχλίζω παρουσιάζει τά λίγο πολύ ταυτόσημα σ΄άχλα (= φλέγμα τό ὁποῖον ἀποχρέμπτεταί τις, πρβλ. κ.ν.ἑ. σάχλες, σαχλός, σαχλαμά-ρες) σ΄άφλα (= ἀφρώδης σίελος || μετων. πρᾶγμα ἀηδές) σ΄αχλέας (= ὁ καθ᾿ ἕξιν ἀποχρεμπτόμενος) σ΄αφλέας (= σαλιάρης) σ΄αχλίζω (= ἐκπτύω φλέγμα), σ΄αφλίζω (= ἐκβάλλω σάλια ἀπό τό στόμα, λερώνω μέ σάλια), καθώς καί τά παράγωγα σ΄αφλάκος (= σαλιάρης), σαφλαμέα (= εἶδος θαλάσσιας μέδουσας), σ΄αφλάρης (= σαλιάρης), σ΄αχλάρης (= ὁ καθ᾿ ἕξιν ἀποχρεμπτόμενος), σ΄αχλίκης (= σαχλέας), σ΄αφλουκίζω (= σαλιώνω), κ.λπ. [βλ. καί Ignotus Animus (Χρ. Δάλκος), Ὁ τσύριος καθηγητής, Δίαυλος, 1995, σ. 68-73].<br />
Μάλιστα ἡ ποντιακή φαίνεται νά διαθέτῃ καί τύπους πού παρουσιάζουν τήν ἐνδιάμεση βαθμίδα τῆς πιθανολογούμενης φωνητικῆς ἐξέλιξης κα- &gt; τσα- &gt; σα- ὅπως τσ΄αβλουκίζω, τσ΄αφλουκίζω (= μασῶ θορυβωδῶς καί ἀηδῶς || σαλιάζω τό φαΐ || θολώνω || ἐπί ζώων, μισοτρώγω τό χόρτον καταλείπων τό ὑπόλοιπον σαλιασμένον), τσ΄αβλούκ᾿, τσ΄αφλούκ᾿ (= σαλιασμένο ἀποφάϊ || νερό ἤ φαΐ βρωμισθέν ὑπό ζώου, ἰδίως σκύλλου), τσ΄αβλίν (= χόρτα χονδρά, τά ὁποῖα καταλείπει ἡ ἀγελάδα εἰς τήν φάτνην), κ.λπ.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/3366/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
