<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Αντιφωνητής &#187; Αδαμόπουλος</title>
	<atom:link href="https://antifonitis.gr/online/tag/%ce%b1%ce%b4%ce%b1%ce%bc%cf%8c%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%82/feed" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://antifonitis.gr/online</link>
	<description>Δεκαπενθήμερο Πανθρακικό Εντυπο Γνώμης</description>
	<lastBuildDate>Tue, 10 Feb 2026 08:49:33 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
		<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
		<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=3.8.36</generator>
	<item>
		<title>Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος…</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/4725</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/4725#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 29 Apr 2019 06:49:19 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[Αδαμόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Επιτάφιος]]></category>
		<category><![CDATA[νεοελληνική ταυτότητα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=4725</guid>
		<description><![CDATA[Αλέξανδρος Αδαμόπουλος ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ όλοι μας περί πολλού το Πάσχα των Ελλήνων. Δικαίως άλλωστε· γιατί όχι; Είναι και αυτό -ή μάλλον είναι κατ’ εξοχήν- μια νεοελληνική αποκλειστικότητα, μια εντελώς δική μας πατέντα, όπου δίνεται μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία· -ευκαιρία διαρκείας· σε πολλά επεισόδια και μάλιστα με πλήρη τηλεοπτική κάλυψη- να συνυπάρξουν Ανατολή και Δύση. Να συνευρεθούν· ανοιχτά [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<div>
<h1>Αλέξανδρος Αδαμόπουλος</h1>
<div></div>
<div><strong><a href="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2019/04/adamopoulosalex1.jpg"><img class="alignleft size-medium wp-image-4729" alt="??????????" src="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2019/04/adamopoulosalex1-300x224.jpg" width="300" height="224" /></a>ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ</strong> όλοι μας περί πολλού το Πάσχα των Ελλήνων. Δικαίως άλλωστε· γιατί όχι; Είναι και αυτό -ή μάλλον είναι κατ’ εξοχήν- μια νεοελληνική αποκλειστικότητα, μια εντελώς δική μας πατέντα, όπου δίνεται μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία· -ευκαιρία διαρκείας· σε πολλά επεισόδια και μάλιστα με πλήρη τηλεοπτική κάλυψη- να συνυπάρξουν Ανατολή και Δύση. Να συνευρεθούν· ανοιχτά και εντελώς ανερυθρίαστα, ακόμη και στις πλατείες των χωριών, η Εκκλησία και το Κράτος. Δίνεται η ευκαιρία, ανώτατοι εκκλησιαστικοί λειτουργοί να πάνε χέρι-χέρι με το πολιτικό προσωπικό τού τόπου. Η ‘σοβαρή’ δυτική κλασική μουσική να συνηχήσει για μια βδομάδα -κάπως σαν τιμωρία- μαζί με βυζαντινούς ύμνους. Κι ακόμα· η νηστεία, η ειρηνική λιτότης -η υγιεινή διατροφή έστω- να δώσει τη σκυτάλη στα πλέον αιμοσταγή απωθημένα και τις χειρότερες χοληστεροειδείς υπερβολές. Και βέβαια -χωρίς ίχνος αστεϊσμού- το κατά τη γνώμη μου κυριότερο: Δίνεται η ευκαιρία να γίνουν πιο καθημερινές, πιο φανερές στον καθένα· η ανώτερη, εσώτερη, βαθύτερη, ουσιαστικότερη υποτίθεται Μεταφυσική έκφραση της Ορθόδοξης εκκλησίας απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη· η επίσημη, καθημερινή Πολιτική πρακτική ενός σύγχρονου πολιτισμένου Δυτικού Κράτους της Ε.Ε, απ’ τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο πολίτη: Εξαιρετικά ενδιαφέρον μείγμα, αν το κοιτάξει κανείς προσεχτικά και νηφάλια· χωρίς παρωπίδες.</div>
</div>
<div>
<div id="penci-post-entry-inner">
<p lang="en-GB" align="justify">Γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, η Ορθοδοξία για εμάς τους Έλληνες, είναι ένας απ’ τους κύριους άξονες της εθνικής μας παράδοσης εδώ και αιώνες. Απ’ την άλλη μεριά η Πολιτική στις μέρες μας -είτε είναι κακή, είτε λιγότερο κακή- είναι ο μοχλός, το σύστημα που προσπαθεί να κινήσει, να διοικήσει, να οργανώσει κάπως ένα κράτος· ακόμα κι αν μιλάμε για οποιαδήποτε τριτοκοσμική μπανανία.</p>
<p lang="en-GB" align="justify"><span id="more-4725"></span></p>
<p lang="en-GB" align="justify">Αμέσως-αμέσως δημιουργείται κάποια σκιά καθώς διαγράφονται δυο σημεία τού ορίζοντα· Ανατολή-Δύση. Αν κοιτάξουμε βαθύτερα -όσο και αν κάποιοι διαφωνούν- θα δούμε πως αυτοί οι δυο πόλοι κάπου συγκρούονται, εδώ και δυο αιώνες: Είναι η σύγκρουση της Ορθόδοξης Ανατολικής Ελληνικής παράδοσης και η αναπόφευκτη ανάγκη οργάνωσης κάποιου σύγχρονου πολιτικού βίου, σύμφωνα με τα πρότυπα της ‘πολιτισμένης’ Δύσης.</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Τι απέδωσε άραγε αυτή η σύγκρουση; Τι σόι πράμα ήταν το καινούργιο κράμα που βγήκε; Σίγουρα πάντως δεν ήταν μια δημιουργική συνεύρεση. Δεν ήταν έρωτας· κάθε άλλο. Ήταν μια έντονη σύγκρουση, κάπως λιγότερο αιματηρή από τις παλαιότερες· βίαιη ωστόσο και αυτή, με τον τρόπο της. Σύγκρουση όπου πάντα οι ‘πολιτισμένοι’ δυτικοί είχαν όχι μόνο το πάνω χέρι, αλλά σε κάθε περίπτωση και το τεκμήριο τής πάσης φύσεως εκλεπτυσμένης ανωτερότητας· υπαγορεύοντάς μας τι βρακί θα φορέσουμε, κατ’ αρχήν· μα κι ακόμα τι θα φάμε, πώς θα τραγουδήσουμε, και τι χορό θα χορέψουμε. (Πού να σταθεί άλλωστε μια φτωχή καλαμένια φλογέρα, μπροστά σ’ έν’ απαστράπτον πιάνο με ουρά, κι ένας καταϊδρωμένος τσάμικος μπροστά σ’ έν’ αρωματισμένο βαλσάκι;)</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Όπως ήταν φυσικό λοιπόν αυτή η βίαιη, αναγκαστική, ανάμειξη δεν έδωσε και πολλά καλά, ούτε κάτι αυθεντικό. Σε κάθε τομέα τής ζωής, σε κάθε επίπεδο, ατομικά και δημόσια, έδωσε -και δυστυχώς εξακολουθεί να δίνει ακόμη- μονάχα μεσοβέζικες καταστάσεις· κακοχωνεμένες ιδέες, και τελικά μπασταρδεμένες, ψεύτικες λύσεις, που δεν είναι λύσεις γιατί δεν λειτουργούνε καν: Καραγκούνα με γόβα στιλέτο· ας πούμε.</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Νηστίσιμος πιττόγυρος και ημιπαράνομες γαρδουμπίτσες light με 0% λιπαρά! (Εφάμιλλα όλα βεβαίως και των καλυτέρων Ευρωπαϊκών· άλλο τρελό κι αυτό… ) Έδωσε την κακή μίμηση των πάντων και μας κληροδότησε ένα μόνιμο <i><b>πρόβλημα ταυτότητας</b></i>, μαζί με όλα τα σχετικά σύνδρομα κατωτερότητας που δημιουργούνται στον καθένα που μπαίνει σ’ ένα ξένο σπίτι: Σ’ ένα σπίτι, όπου δεν ξέρει κανέναν καλά. Δεν ξέρει ούτε πώς να φερθεί, ούτε σε ποιόν να πάει να μιλήσει· τι να πει, πώς να σταθεί σωστά και τι να κάνει… Κι όχι μόνο· μα έχει και την αίσθηση πως ίσως όλ’ αυτά τού ανήκουν, και πως όλοι τού χρωστούν, και τού είναι υπόχρεοι κι από πάνω… Μύλος δηλαδή…</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Ένα οξύτατο<em><strong> πρόβλημα ταυτότητας</strong></em>, που μονίμως είναι το κυρίαρχό μας πρόβλημα· όσο κι αν δεν το παραδεχόμαστε, και που συνέχεια μάς ρίχνει σε μια διαρκή κρίση, που αν δεν λύσουμε πρώτα αυτό. δεν θα καταφέρουμε να την ξεπεράσουμε ποτέ: Ειδικά εμείς οι Έλληνες. Διότι έχοντας πράγματι μια πολύ μεγάλη ιστορική πορεία πίσω μας -που μη γελιόμαστε· οι περισσότεροι την αγνοούν- κρυβόμαστε πίσω απ’ αυτήν, και τελικά μόνοι μας εμποδιζόμαστε να αφομοιώσουμε πολλά θετικά πράγματα που άλλοι λαοί, με πολύ λιγότερη ιστορία, εύκολα αφομοίωσαν απ’ τους δυνάστες τους. Προς όφελός τους βεβαίως· εγγράφοντας κάποιες υποθήκες για το μέλλον. Ενώ εμείς… Εμείς βαυκαλιζόμαστε πως είμαστε ο πιο έξυπνος λαός της γης, που αρνούμενος να κάτσει να μάθει, τελικά αρνούμενος να ζήσει, απλώς σβήνει. Σβήνει με ραγδαίους ρυθμούς πια· αυτό είναι φανερό…</p>
<p align="center">*</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Δεν είναι διόλου τυχαίο που κάθε τέτοιες μέρες, εντελώς συνειρμικά ξεπηδάει από μέσα μου, με διαβολικά περιπαιχτική διάθεση -παρ’ όλη τη σοβαρότητα, υποτίθεται, τής μέρας- η εικόνα τής περιφοράς τού Επιταφίου: Εκεί μπορεί κανείς να δει, ν’ αγγίξει, να μυρίσει εντελώς χειροπιαστά όλη την απέραντη σύγχυσή μας· που χρόνο με το χρόνο μεγαλώνει, καθώς μικραίνει πια ο αριθμός εκείνων που κάτι άλλο θυμούνται και κάτι άλλο μπορούν να νιώσουν.</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Ω φιλτάτη Πατρίς! Ω παράξενο μείγμα απροσδιόριστο, μισητό κι αξιέραστο· τραγικόν εντέλει! Αλήθεια τραγικό· γιατί μιλάμε για μια χώρα παλαιά, αρχαία, πανάρχαια, γεμάτη μνήμες, γνώσεις, και επιτεύγματα χειροπιαστά, που όμως σέρνεται και τυραννιέται, μπουσουλώντας μέσα στο τίποτα και είναι φανερό πια πως δεν τής ταιριάζουν οι σύγχρονοι καιροί, ούτε το μέλλον. Δεν ξέρει καν τους κανόνες τού παιχνιδιού κι αγωνίζεται να επιβιώσει, δίχως κανένα σχέδιο· μονάχα με χυδαία, χαμηλά μικρολογήματα, με αρπαχτές και με ψίχουλα, με απωθημένα και με φαντάσματα. Ντυμένη κουρέλια, που ντρέπεται να τα φοράει, μα συνάμα καμώνεται πως δεν τη νοιάζει και καμαρώνει γι’ αυτά. Σαν μια γηραιά κυρία, άρρωστη, δίχως συγγενείς -ούτε καν μακρινούς- μόνη, φτωχή κι ανήμπορη πλέον, με κάποια ίχνη τής ευγένειας των περασμένων γενεών φανερά ακόμη πάνω της· έστω και με τον τρόπο που προσπαθεί να κρύψει την ανημπόρια της και βαστά σε κάθε ανάσα την ανάσα της, αγκομαχώντας φριχτά, όσο να βγει η ψυχή της… Ω φιλτάτη Πατρίς!..</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Κάθε χρονιά λοιπόν μαζεύονται στην εκκλησία του δήμου, πρόσκοποι και αγήματα· ναυτονόμοι, στρατονόμοι, αστυνόμοι, τροχονόμοι, μπάντες και επίσημοι. Άρχοντες χωρίς αρχές, πιστοί χωρίς πίστη, δήθεν πατρίκιοι, περίεργοι, τουρίστες, γκαρσόνια κι αραχτοί καφενόβιοι. Μαζεύονται γύρω Του και Τον πάνε όλοι μαζί. Θλιβερή κουστωδία: Τον πάνε. Λέει, να Τον θάψουνε. Και καμώνονται πως προσπαθούνε να κρατήσουνε την τάξη. Μα ποια τάξη; Δεν κινδυνεύει από κανέναν η τάξη. Στο κάτω-κάτω· Εκείνον που ήταν όντως επαναστάτης -μπορεί να Τον έλεγαν στις μέρες μας και τρομοκράτη – Τον έπιασαν, Τον δίκασαν, Τον σταύρωσαν· πάει τελείωσε. Τώρα, Τον πάνε πάλι όλοι μαζί… Ο Επιτάφιος όμορφα στολισμένος με φρέσκα λουλούδια ευωδιαστά, κι ύστερα οι άγιες εικόνες, τα ευαγγέλια, τα εξαφτέρουγα, τα ιερά σκεύη· χρυσοποίκιλτα, σκαλιστά, βαρύτιμα όλα. Παπαδοπαίδια, παραπαίδια, ψάλτες και κάθε λογής ιερωμένοι και παρατρεχάμενοι, ανάμεσα σε κάνες τουφεκιών, που γέρνουν όλες -λόγω πένθους- προς τη γη, βαδίζοντας με βήματα σερνάμενα· τα ειδικά βήματα του πένθους και αυτά.</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Ο Αρχιεπίσκοπος των Αθηνών και πάσης τής Ελλάδος από μπρος, και από πίσω του άλλοι Αρχιερείς με ωραία άμφια, αστραφτερά και χρυσοκέντητα, με ονόματα μεγάλα. Τεράστια ονόματα, βαριά, μακρόσυρτα, διπλά και τρίδιπλα· ονόματα Βυζαντινά. Σεβάσμιοι Ιερείς, Πολιτικοί, Παραπολιτικοί· τού τόπου όλαι αι αρχαί, κόσμος πολύς. Φροντίζοντας όπως μπορεί καθείς να πλασαριστεί καλά, στη σωστή θέση, για να φανεί καλύτερα η μούρη του στον πειναλέο φακό της κάμερας που ελλοχεύει εδώ κι εκεί, σε κάθε βήμα και να κερδίσει την τζάμπα προβολή του. Τι μέγας θρήνος…</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Μικροπωλητές στα πεζοδρόμια πουλάνε πλουμιστές λαμπάδες με φιογκάκια και καπέλ’ αντιανεμικά made in China. Πουλάνε φαναράκια και φτηνές, φριχτές εικονίτσες· δυτικότροπες όλες, που φυσικά δεν ενοχλούν κανέναν ορθόδοξο. Άλλοι πουλάνε ξηρούς καρπούς· κρόκερ, κάσιους, πασατέμπο, ηλιόσπορο, αράπικο, στραγάλια, που ως γνωστόν είν’ εντελώς νηστίσιμοι κι επομένως μπορούν να καταναλωθούν άφοβα επιτόπου -επιταφίως- χωρίς απολύτως κανένα πρόβλημα αμαρτίας· άρα ουδείς ψόγος.</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Άλλοτε έντυναν με μαύρες πλερέζες τα κρυστάλλινα φανάρια όλων των ξενοδοχείων γύρω στο Σύνταγμα, για να πενθούνε και αυτά, μα το σταμάτησαν· ίσως γιατ’ είναι πολυέξοδο ή μη politically correct, μήπως κι ενοχληθεί κάποιος αλλόθρησκος, που δεν πενθεί. Υπάρχει ωστόσο πάντα μία μπάντα στρατιωτικοδημοτική -συνήθως ασύντακτη και πάντα λάθος κουρντισμένη- που παιανίζει· όχι βέβαια γνησίως Ελληνικούς, Ορθόδοξους ύμνους, Βυζαντινούς, ούτε καν κάποιο Requiem, αλλά όποιο πένθιμο εμβατήριο ξέρει. Συνήθως μισόν, αγνώριστο Chopin. Φρίκη… Καμιά πνευματικότητα, καμία μέθεξη: Τίποτε απ’ το γνήσιο, βαθύτατο υποτίθεται Πάθος των ημερών. Φρίκη! Ας είμαστε ειλικρινείς: Φρίκη…</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Δεν νομίζω να υπερβάλλω, έτσι που δίνω μια συμβολική σημασία, κι ένα τέτοιο ειδικό βάρος στις σκηνές αυτές· γιατί όπως και να το κάνουμε, είναι η πραγματικότητα ολονών μας· δεν είναι δικό μου δημιούργημα: Είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας όλος αυτός ο τραγέλαφος…</p>
<p lang="en-GB" align="justify">Μου αφαιρεί πολλή απ’ τη μυσταγωγία της στιγμής. Για να πω την αλήθεια δεν μένει και τίποτα όρθιο μέσα μου. Με εμποδίζει να νοιώσω σωστά, όλο αυτό το αλαλούμ… Απλώς πονάω. Γιατί; Μα γιατί εδώ ακριβώς βλέπουμε ανάγλυφο αυτό που έλεγα πριν: Το πρόβλημα τής σύγκρουσης, <i><b>το μέγα πρόβλημα τής ταυτότητας:</b></i> Το νοθεμένο, μίζερο, μεσοβέζικο μείγμα, που ΔΕΝ λειτουργεί και ΔΕΝ παράγει τίποτα θετικό πια. Εκείνη τη στιγμή δεν νοιώθω ούτε Χριστιανός, ούτε Ορθόδοξος. Ούτε Έλληνας μπορώ να νοιώσω· εκτός κι αν πιστέψουμε πως αυτό είναι η Ελλάδα… Φυσικά και δεν νοιώθω ούτε Ευρωπαίος. Δεν είμαι απολύτως τίποτα εκείνη τη στιγμή. Και είμαι σίγουρος πως κι άλλος κόσμος που είν’ εκεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, μένει με την ίδια πικρή γεύση, Τη γεύση τής ματαίωσης και τής ανυπαρξίας πραγματικής ζωής:</p>
<p lang="en-GB" align="justify"><i><b>Όλη η ζωή του νεοέλληνα, είναι έν’ απωθημένο πια και ο βίος του αβίωτος…</b></i></p>
<p lang="en-GB" align="justify">Είναι αυτή η πικρή γεύση που έχουν όλοι όσοι το ’χουν ψυλλιαστεί πως κάτι δεν πάει καλά, καθόλου καλά πια, σ’ αυτόν τον τόπο: Κάτι δεν λειτουργεί σωστά, κάτι δεν λειτουργεί καθόλου. Κάτι λείπει, κάτι περισσεύει, κάτι είναι ολότελα ξένο κι όλα μαζί είν’ αξεδιάλυτα, παράξενα, πικρά, πικρότατα μπλεγμένα· παρ’ όλες τις ανθισμένες πασχαλιές, τους λεμονανθούς και την απέραντη γλύκα τού γλυκυτάτου έαρος…</p>
<div>Απρίλιος 15, 2019</div>
<p>&nbsp;</p>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/4725/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/3642</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/3642#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 17 Apr 2015 06:11:06 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[Αδαμόπουλος]]></category>
		<category><![CDATA[Ορθοδοξία]]></category>
		<category><![CDATA[πολιτική]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=3642</guid>
		<description><![CDATA[Ορθοδοξία και πολιτική Θα πω δυο λόγια απλά, χωρίς ιδιαίτερες αναλύσεις, προσεγγίζοντας το θέμα από ένα σημείο που μας αφορά όλους, άμεσα. Εκεί όπου η ορθοδοξία και η πολιτική συνυπάρχουν, πολύ συγκεκριμένα, στο σύγχρονο Ελληνικό κράτος. Η Ορθοδοξία για μας τους Έλληνες είν’ ένας απ’ τους κύριους άξονες της εθνικής μας παράδοσης εδώ και αιώνες• [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<div align="">
<div align="">
<h3>Ορθοδοξία και πολιτική</h3>
</div>
<p><a href="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2015/04/parthenis.jpg"><img class="alignleft size-medium wp-image-3643" alt="parthenis" src="http://antifonitis.gr/online/wp-content/uploads/2015/04/parthenis-300x260.jpg" width="300" height="260" /></a>Θα πω δυο λόγια απλά, χωρίς ιδιαίτερες αναλύσεις, προσεγγίζοντας το θέμα από ένα σημείο που μας αφορά όλους, άμεσα. Εκεί όπου η ορθοδοξία και η πολιτική συνυπάρχουν, πολύ συγκεκριμένα, στο σύγχρονο Ελληνικό κράτος.</div>
<p>Η Ορθοδοξία για μας τους Έλληνες είν’ ένας απ’ τους κύριους άξονες της εθνικής μας παράδοσης εδώ και αιώνες• είτε μας αρέσει, είτε όχι. Πολιτική στις μέρες μας, είν’ ο μοχλός που προσπαθεί να κινήσει, να διοικήσει, να οργανώσει ένα κράτος• ακόμα κι αν μιλάμε για οποιαδήποτε τριτοκοσμική μπανανία.</p>
<p>Αμέσως-αμέσως δημιουργείται κάποια σκιά. Διαγράφονται δυο σημεία του ορίζοντα• Ανατολή-Δύση. Αν κοιτάξουμε βαθύτερα -όσο κι αν κάποιοι διαφωνούν- θα δούμε πως αυτοί οι δυο πόλοι συγκρούονται: Είναι η σύγκρουση της Ορθόδοξης Ανατολικής Ελληνικής παράδοσης και η αναπόφευκτη ανάγκη οργάνωσης σύγχρονου πολιτικού βίου. (Μην ξεχνάμε πως μιλούμε για τις αρχές του 19ου αιώνα, όπου αρχίσαμε να φτιάνουμε κράτος πάνω σε καλούπια Δυτικά και ν’ απομακρύνουμε -ή έτσι νομίζουμε!- την Τουρκική απειλή, ελπίζοντας ν’ αυγατίσουμε, να πολύνουμε και να ελευθερώσουμε κι άλλα ελληνικά εδάφη με τη βοήθεια των διαφόρων ‘φιλελλήνων’ που ανοίγουν δρόμους και μας οργανώνουν&#8230;)</p>
<p><span id="more-3642"></span></p>
<p>Τι απέδωσε αυτή η σύγκρουση; Τι σόι πράμα ήταν το καινούργιο κράμα που βγήκε; Σίγουρα δεν ήταν μια δημιουργική συνεύρεση. Δεν ήταν έρωτας. Ήταν μια έντονη σύγκρουση, κάπως πιο ‘πολιτισμένη’ απ’ τις παλαιότερες• βίαιη όμως κι αυτή με τον τρόπο της. Όπου όμως δεν κρατήθηκαν ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα. Και πάντα οι ‘πολιτισμένοι’ δυτικοί είχαν όχι μόνο το πάνω χέρι, αλλά σε κάθε περίπτωση και το τεκμήριο της πάσης φύσεως εκλεπτυσμένης ανωτερότητας• λέγοντάς μας ακόμα και τι βρακί θα φορέσουμε, τι θα φάμε, πώς θα τραγουδήσουμε και τι χορό θα χορέψουμε. (Πού να σταθεί άλλωστε ένα φτωχό ποιμενικό σουραύλι μπροστά σ’ ένα πιάνο με ουρά, ή ένας ιδρωμένος τσάμικος μπροστά σ’ έν’ αρωματισμένο βαλσάκι;)</p>
<p>Όπως ήταν φυσικό κι αναμενόμενο η αναγκαστική αυτή ανάμειξη δεν έδωσε τίποτε καλό κι αυθεντικό. Σε κάθε επίπεδο της ζωής, ατομικά και δημόσια, έδωσε μονάχα μεσοβέζικες καταστάσεις, μπασταρδεμένες και ψεύτικες. Καραγκούνα με γόβα στιλέτο. Ημιπαράνομες γαρδουμπίτσες light με 0% λιπαρά&#8230; Εφάμιλλα όλα και των καλυτέρων Ευρωπαϊκών… Έδωσε την κακή μίμηση των πάντων και μας κληροδότησ’ ένα μόνιμο πρόβλημα ταυτότητας, μαζί με όλα τα σχετικά σύνδρομα κατωτερότητας που δημιουργούνται στον καθένα που μπαίνει σ’ ένα ξένο σπίτι εχθρικό, πλούσιο και βλοσυρό και σνομπ κι αγέλαστο. Σ’ ένα σπίτι, όπου δεν ξέρει κανέναν και δεν ξέρει ούτε πώς να φερθεί, ούτε σε ποιόν να πάει να μιλήσει και τι να πει, πώς να σταθεί και τι να κάνει&#8230;</p>
<p>Ένα οξύτατο πρόβλημα ταυτότητας, που μονίμως είναι το κυρίαρχό μας πρόβλημα και που συνέχεια μας ρίχνει σε μια διαρκή κρίση που δεν θα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε ποτέ, αν δε λύσουμε πρώτα αυτό. Ειδικά εμείς οι Έλληνες. Διότι έχουμε μιαν απίστευτα έντονη δική μας παράδοση που μας εμποδίζει τελικά ν’ αφομοιώσουμε πράματα που άλλοι λαοί με απείρως λιγότερη ιστορία αφομοίωσαν απ’ τους δυνάστες τους, πολύ πιο πρόθυμα και με μεγαλύτερη ευκολία. Ενώ εμείς…</p>
<p>Δεν είναι διόλου τυχαίο που κάθε τέτοιες μέρες, εντελώς συνειρμικά ξεπηδάει από μέσα μου, με διαβολικά περιπαιχτική διάθεση παρ’ όλη τη σοβαρότητα της μέρας, η εικόνα της περιφοράς του Επιταφίου. Εκεί φαίνετ’ όλη μας η σύγχυση.</p>
<p>Ω φιλτάτη Πατρίς! Ω μείγμα απροσδιόριστο, μισητό κι αξιέραστο• τραγικόν εντέλει! Αλήθεια τραγικό, γιατί μιλάμε για μια χώρα παλαιά, αρχαία, γεμάτη μνήμες και γνώσεις, που όμως σέρνεται και τυραννιέται μπουσουλώντας και δεν της ταιριάζουν οι σύγχρονοι καιροί. Δεν τους ξέρει καλά τους κανόνες του παιχνιδιού κι αγωνίζεται να επιβιώσει μονάχα με ψίχουλα, με απωθημένα και φαντάσματα• ντυμένη κουρέλια, που ντρέπεται να τα φοράει μα καμώνεται πως δεν τη νοιάζει. Σα μια γηραιά κυρία, άρρωστη, δίχως συγγενείς πλέον -ούτε καν μακρινούς- μόνη, φτωχή κι ανήμπορη, μ’ όλη την ευγένεια των περασμένων γενεών φανερή πάνω της• ακόμη και με τον τρόπο που προσπαθεί να κρύψει την ανημπόρια της και βαστά σε κάθε ανάσα την ανάσα της, αγκομαχώντας φριχτά&#8230; Ω φιλτάτη Πατρίς!..</p>
<p>Κάθε χρονιά λοιπόν μαζεύονται στην εκκλησία του δήμου, πρόσκοποι κι αγήματα• ναυτονόμοι, στρατονόμοι, αστυνόμοι, τροχονόμοι, μπάντες, επίσημοι. Άρχοντες χωρίς αρχές, πιστοί χωρίς πίστη, πατρίκιοι και πληβείοι, περίεργοι, τουρίστες, γκαρσόνια και πελάτες. Μαζεύονται γύρω Του και Τον πάνε όλοι μαζί. Θλιβερή κουστωδία. Τον πάνε να Τον θάψουνε, κάνοντας πως προσπαθούνε να κρατήσουνε την τάξη. Ποια τάξη; Δεν κινδυνεύει από κανέναν η τάξη. Στο κάτω-κάτω, Εκείνον που ήταν’ επαναστάτης -μπορεί να Τον έλεγαν και τρομοκράτη στις μέρες μας- Τον έπιασαν, Τον δίκασαν, Τον σταύρωσαν• τελείωσε. Τώρα Τον πάνε πάλι όλοι μαζί&#8230; Ο Επιτάφιος όμορφα στολισμένος με φρέσκα λουλούδια ευωδιαστά, κι ύστερα οι άγιες εικόνες, τα εξαφτέρουγα, τα ευαγγέλια, τα ιερά σκεύη• χρυσοποίκιλτα, σκαλιστά, βαρύτιμα όλα. Παπαδοπαίδια, παραπαίδια, ψάλτες και κάθε λογής ιερωμένοι ανάμεσα σε κάνες τουφεκιών, που γέρνουν συντριμμένες όλες προς τη γη κάτω, λόγω του πένθους του μεγάλου, βαδίζοντας με βήματα σερνάμενα• τα ειδικά τα βήματα του πένθους.</p>
<p>Ο Αρχιεπίσκοπος, των Αθηνών και πάσης της Ελλάδος, από μπρος και από πίσω άλλοι Αρχιερείς με ωραία άμφια, αστραφτερά και χρυσοκέντητα, με ονόματα μεγάλα, εύηχα, μακρόσυρτα, διπλά και τρίδιπλα• ονόματα Βυζαντινά. Σεβάσμιοι Ιερείς, Πολιτικοί, Παραπολιτικοί• του τόπου αι αρχαί, κόσμος πολύς. Φροντίζοντας όπως μπορεί καθείς να πλασαριστεί καλά, στη σωστή θέση, για να φανεί καλύτερα η μούρη του στον πειναλέο φακό της κάμερας που ελλοχεύει εδώ κι εκεί, σε κάθε βήμα.</p>
<p align="">
<p align="">Μικροπωλητές στα πεζοδρόμια πουλάνε πλουμιστές λαμπάδες με φιογκάκια και καπέλ’ αντιανεμικά made in China. Πουλάνε φαναράκια και φτηνές, φριχτές εικονίτσες• δυτικότροπες όλες, που δεν ενοχλούν κανέναν ορθόδοξο. Άλλοι πουλάνε ξηρούς καρπούς• πασσατέμπο, ηλιόσπορο, αράπικο, στραγάλια, που ως γνωστόν είν’ εντελώς νηστίσιμοι όλοι τους κι επομένως μπορούν να καταναλωθούν άφοβα επιτόπου -επιταφίως- χωρίς απολύτως κανένα πρόβλημα αμαρτίας• άρα ουδείς ψόγος. Τα κρυστάλλινα φανάρια των γύρω ξενοδοχείων καλυμμένα όλα με μαύρες πλερέζες, για να πενθούν κι αυτά, και μια μπάντα στρατιωτικοδημοτική -συνήθως ασύντακτη και πάντα ξεκούρντιστη- που παιανίζει• όχι βέβαια υπέροχους γνησίως Ελληνικούς Ορθόδοξους Βυζαντινούς ύμνους, ούτε καν κάποιο Requiem, αλλά όποιο πένθιμο εμβατήριο ξέρει. Φρίκη… Καμιά πνευματικότητα, καμία μέθεξη• τίποτε απ’ το γνήσιο, βαθύτατο Πάθος των ημερών. Φρίκη! Ας είμαστε ειλικρινείς• φρίκη…</p>
<p>Δίνω μια συμβολική σημασία, ένα ειδικό βάρος στη σκηνή αυτή, που, όπως και να το κάνουμε, είναι η πραγματικότητα• είναι μέρος της ζωής μας.</p>
<p align="">Δεν είναι δημιούργημα δικό μου αυτός ο τραγέλαφος.</p>
<p align="">Μου αφαιρεί πολλή απ’ τη μυσταγωγία της στιγμής. Για να πω την αλήθεια δε μένει και τίποτα όρθιο μέσα μου. Μ’ εμποδίζει να νοιώσω σωστά, όλο αυτό το αλαλούμ&#8230; Πονάω. Γιατί; Μα γιατί εδώ ακριβώς βλέπουμε ανάγλυφο αυτό που έλεγα πριν• το πρόβλημα της σύγκρουσης, της ταυτότητας. Το νοθεμένο, μίζερο, μεσοβέζικο αποτέλεσμα. Εκείνη τη στιγμή δε νοιώθω ούτε Χριστιανός ούτε Ορθόδοξος. Ούτε Έλληνας μπορώ να νοιώσω• εκτός κι αν πιστέψουμε πως αυτή είναι η Ελλάδα… Φυσικά δε νοιώθω ούτε Ευρωπαίος. Δεν είμαι τίποτα εκείνη τη στιγμή. Και είμαι σίγουρος πως κι άλλος κόσμος που είν’ εκεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, μένει με την ίδια γεύση: Την ίδια πικρή γεύση που έχουν όσοι το ’χουν ψυλλιαστεί πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά σ’ αυτόν τον τόπο. Κάτι δε λειτουργεί σωστά, δε λειτουργεί καθόλου. Κάτι λείπει, κάτι περισσεύει• κάτι είναι πολύ περίεργα μπλεγμένο…</p>
<p>Ας δούμε και κάτι άλλο τώρα: Ας δούμε τα πολιτικά κόμματα.</p>
<p align="">Πριν απ’ όλα ο χωρισμός σε κόμματα με τη σύγχρονη δυτική έννοια ήτανε ξένος στην παράδοσή μας. Πώς να το κάνουμε• στη δική μας παράδοση, την Ελληνική, από αιώνων, δίνεται πάντα τεράστια σημασία στο άτομο. Η σχέση του ατόμου με τα άτομα και με τα πράγματα, για τον Έλληνα, ήτανε πάντα διαφορετική• πολύ πιο ανοιχτή, πιο βαθιά, απ’ ό,τι στον Δυτικό. Κι όμως έπρεπε να υπάρξουν κάποια κόμματα• κάποια καινούργια διοικητική οργάνωση. Έγινε κι αυτό. Από πολύ νωρίς όμως, απ’ την επανάσταση του ’21, φαίνεται ο λάθος δρόμος: ‘Αγγλικό’ κόμμα, λέει, ‘Ρωσικό’, ‘Γαλλικό’… Κι ύστερα -εισαγόμενοι πάντα- οι κάθε λογής, αρνητικοί, θανατηφόροι και διαλυτικοί -ισμοί…</p>
<p>Βλέπουμε δηλαδή πως ενώ είχαμε την παράδοσή μας -αιώνων παράδοση- δεν την θεσμοθετήσαμε ουσιαστικά ποτέ. Κι ακόμα χειρότερα• ενώ είχαμε πάντα τον δικό μας τρόπο, τον ελληνικό τρόπο ζωής, δεν τον βιώσαμε ποτέ ολότελα σαν σύγχρονο κράτος.</p>
<p align=""><strong><em>Όλη η ζωή του νέο-έλληνα, είν’ ένα απωθημένο κι ο βίος του αβίωτος…</em></strong></p>
<p align="">Αυτός ο τρόπος• νοθεμένος πια, καταπιεσμένος και με κακή ποιότητα έρχεται και ξανάρχεται συνέχεια στην επιφάνεια και μας κυριαρχεί και θέλει να βγει και να υπάρξει και να εκφραστεί με κάποιο τρόπο. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, είν’ εντελώς αρνητικό πάλι. Είναι μια διαρκής οπισθοδρόμηση και μια απίστευτα συντηρητική εμμονή σε ορισμένα πράματα, όχι κατ’ ανάγκη καλά όλα τους, ούτε όμως και αυθεντικά πλέον.</p>
<p>Πιστεύω πως η δημιουργική σύνθεση δεν έγινε καθόλου και είν’ ελάχιστες οι περιπτώσεις Ελλήνων που κατάλαβαν πραγματικά -ατομικά ο καθένας- τι ακριβώς συμβαίνει. Επειδή όμως συλλογικά δεν καταφέραμε ποτέ να βρούμε μια στάλα θάρρος και να δούμε κατάματα το πρόβλημα της ταυτότητάς μας, δεν κερδίσαμε τίποτα ούτε απ’ τις νέες ιδέες που ήρθαν εδώ. Που δεν έμειναν όμως, δε στέριωσαν, δε ζυμώθηκαν δημιουργικά• ενώ ταυτόχρονα χάσαμε πολλά. Χάνουμε συνέχεια απ’ τη φυσική φθορά της παράδοσής μας, που έπαψε να ’ναι πια ζωντανή, φρέσκια. Χάνουμε, μέσα σ’ ένα κόσμο εχθρικό, φτιαγμένο από άλλους μαστόρους, με διαφορετικά υλικά, με διαφορετική οπτική γωνία, για άλλες αγορές&#8230;</p>
<p align="">Ξεράθηκε το μυαλό μας, στέγνωσε η γλώσσα μας, έγινε ξύλινη• η χαρά των μικροπολιτικών μονάχα… Γεράσαμε, φτηνέψαμε, ρηχέψαμε.<br />
Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα έχει προχωρήσει η αλλοίωσή μας, που ακόμα και μοναχοί στο Άγιον Όρος -αλίμονο• το είδα με τα μάτια μου!- που θα περίμενε κανείς να έχουν μια βαθύτερη πνευματικότητα, μιαν άλλη αντίληψη των πραγμάτων, τους βλέπεις να εμπνέονται από πανηγυριώτικους ροζ Χριστούληδες κι αλλοπαρμένες παχουλές πλαστικές Παναγίτσες, σε χαλκομανίες φτιαγμένες κάπου στην Κίνα πάλι• ενώ θησαυροί ανεκτίμητης τέχνης, σαπίζουν σε σαρακοφαγωμένα σεντούκια. Ακριβώς γιατί δεν συγκινούν πια κανέναν, και δεν τους πήραν ακόμη χαμπάρι να τους ‘καταγράψουν’ αρχαιοκάπηλοι συντηρητές…</p>
<p>“Ecce, Graecia nostro exilio transvolavit Alpes” αναφωνούσε με περηφάνια ο Ιωάννης Αργυρόπουλος στα τέλη του 15ου αιώνα «Ιδού η Ελλάς, με τη δικιά μας εξορία, πέταξε πάνω από τις Άλπεις»• το ελληνικό πνεύμα ξαπλώνεται παντού και φωτίζει πέρα ως πέρα όλη τη Δύση…</p>
<p>Τι έχει απομείνει άραγε σ’ εμάς τους ίδιους σήμερα απ’ αυτό το περίλαμπρο πνεύμα, απ’ αυτόν τον μοναδικό πολιτισμό; Μήπως η εικόνα μόνο του Χριστού πάσχοντος -δυτική πάντα, φτηνή, συφοριασμένη- ξεχασμένη σε κάποιαν αποθήκη; Ή μήπως ο τρόπος που βιώνουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα• όπου όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν για δυο τρεις μέρες ‘σοβαρή’ λέει, ‘πένθιμη’ δήθεν, ‘κλασσική’ μουσική, και μόλις έρχετ’ η Ανασταση, βομβαρδιζόμαστε από ό,τι πιο φτηνιάρικο κι επιφανειακό και χυδαίο έχει σχεδιάσει η κακογουστιά και η απαιδευσία των υπευθύνων;</p>
<p>Μήπως αυτή είναι η σχιζοφρενική εικόνα που έχουμε σαν κράτος; Εικόνα που δίνει λαβή σε φτηνά αστειάκια• πως έτσι τάχατες θα τους τρελάνουμε, εμείς, τους Ευρωπαίους&#8230; Εγώ όμως πιστεύω πως αυτός ο διχασμός, αυτό το μόνιμο πρόβλημα ταυτότητας, δε μπορεί να μας οδηγήσει πουθενά. Η μάλλον θα μας πηγαίνει, με μαθηματικήν ακρίβεια και σ’ άλλες, πολύ οδυνηρές, απώλειες. Θα νοθεύει συνέχεια τη ζωή μας και θα ροκανίζει σταθερά την ύπαρξή μας. Και δυστυχώς, δε δείχνει να ’χει καταλάβει ακόμα ο πολύς κόσμος, ούτε πόσες τεράστιες καταστροφές συσσώρευσε πάνω στο Ελληνικό Έθνος ο αιώνας που έφυγε, ούτε πόσο απειλείται η ίδια μας η ύπαρξη τώρα…</p>
<p>Σίγουρα η διαδικασία της αυτογνωσίας είν’ επώδυνη πάντα• δε γίνετ’ αλλιώς όμως. Κάποια στιγμή πρέπει να το πάρουμε απόφαση, καθ’ ένας χωριστά κι όλοι μαζί, πως δεν πάει άλλο. Δε γίνεται να προχωράμε ανερμάτιστοι, δίχως κανένα μπούσουλα• αφελείς καρπαζοεισπράκτορες, ή πολύ μικροί yes-men, ανάλογα με την περίσταση. Δε γίνεται ν’ αλληθωρίζουμε ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, κάνοντας πως τάχαμου εμείς μόνο ξέρουμε να διαλέγουμε τα καλύτερα από παντού• ενώ στην ουσία πιθηκίζουμε μόνο και δεν παράγουμε απολύτως τίποτε πια. Τρίχες, και συχωρέστε μου τη λέξη! Χάνουμε μόνο. Και χάνουμ’ επικίνδυνα πια. Γιατί όλοι οι άλλοι γύρω μας δεν είναι ούτε βλάκες, ούτε αφελείς, ούτε φαιδροί ερασιτέχνες -με ή χωρίς γραβάτα. Τα δικά τους συμφέροντα κοιτάνε. Κι εμείς; Εμείς απόντες, γερασμένοι, χαμένοι από παντού, καταθλιπτικοί, ημιμαθείς απόγονοι ενδόξων προγόνων… Μα δε γίνεται να είμαστε κληρονόμοι μεγάλου ονόματος μόνο• δε φτάνει αυτό. Δε γίνεται να συνεχίσουμ’ έτσι.</p>
<p>Πρέπει να εστιάσουμε στη σύνθεση. Αφού τόσος λόγος γίνεται για τις ταυτότητες και την ταυτότητα και για τους αριθμούς και για τα νούμερα, για τις στατιστικές και τους δείκτες, ας καταλάβει κάποτε καθένας μας πως κάπως πρέπει να ’ναι τα πράματα για μια νέα Ελλάδα. Αυτό το ‘κάπως’ όμως• για ν’ αντέχει, να μπορεί να ζήσει και να λύνει προβλήματα -κι όχι για να συσσωρεύει διαρκώς καινούργια- θα πρέπει να ’ναι ατόφιο, αυθεντικό, αληθινό, δημιουργικό. Δε γίνεται να ’ναι όλα στο περίπου, στο δήθεν, στο τίποτα.</p>
<p>Πρέπει να γίνει η σύνθεση. Έχουμε αργήσει τραγικά, έχουμε χάσει πολλά χρόνια. Όσο ταχύτερα γίνει η σύνδεση, η σύνθεση της ελληνορθόδοξης παράδοσης που την έχουμε -όπως την έχουμε- μέσα μας, με τη σύγχρονη αντίληψη των πραγμάτων που έτσι κι αλλιώς τη βρίσκουμε πάντα μπροστά μας, τόσο το καλύτερο. Αλλιώς μη γελιόμαστε• θα ορθοδοξούμε ανορθόδοξα και θα πολιτευόμαστε χωρίς καμιά πολιτική…</p>
<p align=""><strong>© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος</strong></p>
<p align=""><strong>alexadam48@hotmail.com</strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/3642/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Τo σεντούκι του παππού μου</title>
		<link>https://antifonitis.gr/online/3519</link>
		<comments>https://antifonitis.gr/online/3519#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 08 Oct 2014 09:29:56 +0000</pubDate>
		<dc:creator><![CDATA[kkar]]></dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα & απόψεις]]></category>
		<category><![CDATA[Εν Ελλάδι]]></category>
		<category><![CDATA[Αδαμόπουλος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://antifonitis.gr/online/?p=3519</guid>
		<description><![CDATA[Tις πταίει; Σήμερα πέρασα όλο το πρωινό στο περιβόλι, κλαδεύοντας, σκάβοντας, ποτίζοντας. Τι θα γινόμουν αν δεν υπήρχαν αυτά τα λίγα τετραγωνικά μέτρα γης, για να μπορώ που και που ν’ ανασαίνω το χώμα; Το χώμα η μόνη αλήθεια στη ζωή… Το απόγευμα άνοιξα το παλιό σεντούκι του παππού και χάθηκα πάλι μέσα του: Όλα [&#8230;]]]></description>
				<content:encoded><![CDATA[<p align="">Tις πταίει;</p>
<p align="">Σήμερα πέρασα όλο το πρωινό στο περιβόλι, κλαδεύοντας, σκάβοντας, ποτίζοντας. Τι θα γινόμουν αν δεν υπήρχαν αυτά τα λίγα τετραγωνικά μέτρα γης, για να μπορώ που και που ν’ ανασαίνω το χώμα; Το χώμα η μόνη αλήθεια στη ζωή…</p>
<p>Το απόγευμα άνοιξα το παλιό σεντούκι του παππού και χάθηκα πάλι μέσα του: Όλα είναι πάντα εκεί• όπως άλλοτε: Προικοσύμφωνα απ’ το 1840, διαθήκες, συμβόλαια, πιστοποιητικά, πληρεξούσια, απολυτήρια, αποκόμματα εφημερίδων, προκηρύξεις, ψηφοδέλτια, λογαριασμοί, δούναι, λαβείν&#8230; Πόλεμοι, πείνες, καταστροφές, προδοσίες, δεν κατάφεραν να καταστρέψουν τα πράματ’ αυτά που μιλούν ακόμα τη δικιά τους λαλιά• ζώντας εκεί, κρυφά, τη δική τους ζωή. Ένας ολόκληρος κόσμος, αυτά τα παλιά χαρτιά• απ&#8217; τα μισά του προπερασμένου αιώνα.</p>
<p><span id="more-3519"></span></p>
<p>Δεν είμαι προγονολάτρης. Δε βλέπω μέσα εκεί καθόλου τον πατέρα του πατέρα μου κι εκείνου τον πατέρα. Δε νοιώθω καμιά κούφια περηφάνια για μια δήθεν καλή κοινωνική καταγωγή. Βλέπω μόνο τη συνέχεια που έχει σπάσει εντελώς• τη θλιβερή παρακμή που παρασέρνει τυφλά τα πάντα στο διάβα της, σ’ ένα κόσμο δίχως συνέχεια, δίχως μνήμη• χωρίς ρίζες.</p>
<p>Τι ήταν ο παππούς; Ένας επαρχιακός δικηγόρος του περασμένου αιώνα. Ένας απλός νοικοκύρης. Δεν είχε σχεδόν ποτέ πατήσει το πόδι του στην Αθήνα. Δεν ήξερε ‘ξένες γλώσσες’. Δεν ήταν ψευτο-Ευρωπαίος• ίσως και να τον λέγαμε άξεστο σήμερα. Είχε βιβλία όμως! Ναι• είχε εδώ, το Corpus Juris Civilis, που το διάβαζε και το &#8216;χε σχολιάσει κιόλας με τα ίδια του τα χέρια! (Πού να ’χε μάθει άραγε τόσο καλά λατινικά;) Είχε μαζέψει ένα σωρό Αρχαίους Έλληνες κλασσικούς και τους είχε διαβάσει και αυτούς. (Μα ποιοι να του δίδαξαν τόσο καλά τη γλώσσα την Αρχαία;) Σ’ ένα μικρό χωριό πριν εκατόν τόσα χρόνια… Ο παππούς• που γεννήθηκε, μεγάλωσε εδώ κι έζησ’ εδώ κι από ’δώ πήρε ό,τι είχε να του προσφέρει ο κοινωνικός του περίγυρος μόνο και το <em>‘Ελληνικόν Σχολείον Ζαχόλης’&#8230;<br />
</em><br />
Είναι κιτρινισμένο το χαρτί, σοφό και γέρικο, μα διαβάζονται εύκολα τα βυζαντινά σχεδόν γράμματά του:</p>
<p align=""><strong><br />
<em>‘Απολυτήριον. </em></strong><em>Πιστοποιείται ότι ο κύριος Π. Κ. Α., πατρός εμπόρου, εκ Ζαχόλης, ετών 13, διακούσας ανελλιπώς άπαντα τα εν τω σχολείω παραδιδόμενα μαθήματα, τους ενιαυτούς 1864-66• ήτοι Ελληνικά, Μαθηματικά, Ιεράν και Ελληνικήν Ιστορίαν, Αρχάς Συντάξεως, Πολιτικήν Γεωγραφίαν και Κατήχησιν, δημοσία δε κατά το τέλος του έτους επί αυτών εξετασθείς, απήντησεν άριστα. Διαγωγήν δε έδειξεν εν τω σχολείω αξίαν επαίνου. </em><br />
<em>Δίδοται όθεν το παρόν ίνα τω χρησιμεύση όπου δει. Εν Ζαχόλη, την 1η  Σεπτεμβρίου 1866.<br />
Ο Ελληνοδιδάσκαλος Β. Οικονομόπουλος.’</em></p>
<p>Αυτά τα χαρτιά, αυτές οι μαρτυρίες, βρίσκονται πάνω από έναν αιώνα εδώ κι ίσως είναι τώρα πια, απ’ τα ελάχιστα πράματα που είναι γέννημα θρέμμα του τόπου μας.<br />
Γιατί αν κοιτάξεις γύρω σου, καταλαβαίνεις εύκολα πώς όλα έχουν αλλάξει. Όχι χρονικά βέβαια, ομαλά, εξελικτικά• αυτό είναι φυσικό, όλα αλλάζουν. Κάτι άλλο, πολύ σοβαρό έχει γίνει: Κάτι έσπασε, κόπηκε, χάθηκε. Δεν υπάρχει καμιά συνέχεια πλέον. Κάποιο σαράκι ροκανίζει ύπουλα τα πιο πολύτιμα κομμάτια της ψυχής μας. Δεν έχουμε όνειρα πια, δεν έχουμε ιδανικά• δεν έχουμε ούτ’ ένα μπούσουλα στη ζωή.<br />
Ας το πούμε με το χέρι στην καρδιά: Δεν αγαπάμε αυτό που κάνουμε• ό,τι κι αν κάνουμε. Δεν έχουμε ζωή πια. Τι να το κάνω αν με διορίσουν σε μια θέση, τη στιγμή που η χώρα διαλύεται; Είναι σα να μου χαρίζουν ένα ζευγάρι παπούτσια δίχως σόλες. Μα πώς να περπατήσω;</p>
<p>Οι άλλοτε ‘ανώτερες τάξεις’ συρρικνώθηκαν• μαζεύτηκαν στην Αθήνα. Μιμήθηκαν κι άλλοι, ακολούθησαν κι οι νέοι και η χώρα ρήμαξε. Δεν αφέθηκε καν στην τύχη της. Αλλιώς θα άνθιζε• να ’στε σίγουροι. Τότε που δεν ήταν στην ημερησία διάταξη οι λέξεις Ανάπτυξη, Τοπική Αυτοδιοίκηση, επιτροπές, συμβούλια, διαβούλια κι ένα σωρό άλλες κούφιες κουβέντες χωρίς κανέν’ αντίκρισμα, εδώ ήταν άλλοτε ένας ζωντανός Δήμος• με τριπλάσιο πληθυσμό απ’ ό,τι τώρα. Την εκκλησία πάνω στο λόφο, τη χτίσανε μόνοι τους• δίχως μηχανές, δίχως βοήθεια, δίχως τίποτα, σε σαράντα μόνο μέρες! Και τα καΐκια και τις βάρκες τους• μόνοι. Και το σχολειό και τα πηγάδια και τις στέρνες. Και τα πιο ταπεινά σοκάκια&#8230;</p>
<p>Μα πού πήγε τόση δύναμη, τόση ζωντάνια, τόσο πάθος;</p>
<p>Τα σπίτια που έχτιζαν οι παππούδες μας πριν εκατόν πενήντα χρόνια, μοιάζουνε ξένο παραμύθι τώρα• όπου και να κοιτάξεις γύρω σου. Όπως ολότελα ξένη φαίνεται πια και η πιο μοναχική ξερολιθιά -σοφή ωστόσο- που στέκει αιώνες όρθια, κόντρα στον άνεμο. Το πιο ασήμαντο καλντερίμι, που δεν πλημμυρίζει ποτέ• όσο κι αν βρέξει&#8230;</p>
<p>Εδώ• στο σπίτι που έχτισε ο πατέρας του παππού, είχε βιβλία παντού. Κάποιοι τα διάβαζαν προφανώς, στο τρεμάμενο φως της λάμπας, δίπλα σ’ ένα κερί. Ελληνικά βιβλία• απ’ τον 18ο αιώνα, απ’ τον 19ο. Τυπωμένα στην Πόλη, στη Βενετία, στο Ναύπλιο, στο Λονδίνο, στη Σύρο, στην Πάτρα, στο Αίγιο. <em>«Εν Αιγίω… ».</em> Τώρα, τι να τυπώσεις στο Αίγιο; Μονάχα αγγελτήρια κηδειών και κάρτες μνημοσύνων&#8230;</p>
<p><img alt="" src="http://www.metrogreece.gr/Portals/0/images/article_thumbs_cropped/%CE%9F%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%9D%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A3%20%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%A1%CE%99%CE%A9%CE%9D_600_400_933159895.JPG" /></p>
<p>Άλλοτε στέλνανε μόνοι τους σταφίδα και λάδι και λεμόνια μέχρι το Μάντσεστερ! Τώρα, περιμένουν εντολές από ‘πάνω’ μονάχα -υπάλληλοι γνήσιοι. Κι όταν κάτι δεν πάει καλά• τα πετούν στο ρέμα, στη χωματερή. Αφήνουν τα χωράφια χέρσα και περιμένουν καμιά επιδότηση, τρώγοντας πατάτες απ’ την Τουρκία, με λεμόνια απ’ την Αργεντινή και σκόρδα από την Κίνα&#8230;</p>
<p>Πόσο λάθος προσανατολισμό έχουμε πάρει σα χώρα. Μέσα σε λίγα χρόνια διαλύσαμε πετυχημένες δομές που λειτουργούσαν ρολόι, πάνω από εικοσιπέντε αιώνες και βάλε! Έτσι έζησε η Ελλάδα με πολλά κέντρα. Πολυκεντρική και γεμάτη ζωντάνια. Έτσι έζησε• αιώνες, χιλιάδες χρόνια. Γι αυτό αντέξαμε τόσα και τόσα.</p>
<p>Μετά τον εμφύλιο, κυρίως, χτυπήθηκε ο Ελληνισμός καίρια στη ραχοκοκαλιά του. Οι ‘νικημένοι’, έτσι κι αλλιώς, είχαν από πριν αρνηθεί την έννοια της πατρίδας και οι δήθεν ‘νικητές’, μέσα στην παραζάλη των σύγχρονων καιρών, δεν μπόρεσαν -ή δεν ήθελαν- να της δώσουν τη σωστή τροφή. Έπαψε ο Ελληνισμός να έχει πολλά κέντρα κι απόχτησε την Αθήνα μονάχα, που -μοναδική περίπτωση σ’ όλο τον κόσμο- αν και τη σεβάστηκε ο κατακτητής, τη γκρέμισαν μόνοι τους, οι ίδιοι• οι δήθεν ‘νικητές’. Για να την ξαναχτίσουν δίχως σχέδιο, πανάσχημη, πανάθλια, χυδαία• εκτός μέτρου. Και τους τιμούμε κιόλας γι’ αυτό!…<br />
Ήρθε η χούντα, ήρθε η μεταπολίτευση, ήρθε η ‘αλλαγή’• δεν έμεινε και τίποτε όρθιο για να το αλέσει κι αυτό, η παγκοσμιοποίηση…</p>
<p>Όσο κι αν κι έχουν ευθύνες• δε φταίνε οι απλοί άνθρωποι της επαρχίας, όσοι απόμειναν, αν είν’ απαίδευτοι κι ανέτοιμοι για τους σύγχρονους καιρούς. Αν έχουν γίνει κακόγουστοι, αν λησμονούν την παράδοση• που τη θυμηθήκαμε πολύ αργά… Δε φταίνε αν λησμονούν τις ρίζες τους και δε νοιώθουν κάτι, μόνο και μόνο που ζουν εδώ, κάτω απ’ αυτόν του ουρανό και μιλούν αυτή τη γλώσσα• την ίδια γλώσσα με τα δελφίνια του Ομήρου. Δε φταίν’ αυτοί: Την πρωτεύουσά τους μιμούνται. Τις Ηγεσίες τους ακολουθούν αγκομαχώντας στα τυφλά• σχεδόν μισόν αιώνα τώρα. Αυτό το παράδειγμα έλαβαν, αυτή την αγωγή.</p>
<p>Έπαψε πια ο Ελληνισμός να έχει δικιά του ζωή στην Περιφέρεια και μάζεψε όλο το θάνατο στην Αθήνα, γυρεύοντας μονάχα ένα διορισμό, μια θέση στο δημόσιο• ακόμα και με πλαστά χαρτιά. Γυρεύοντας όλοι πώς θα καταναλώσουν, πώς θα κερδίσουν περισσότερα• άκοπα και χωρίς να παράγουν τίποτα. Αυτό που δεν είχε γίνει δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια, έγινε τώρα και οι συνέπειες είναι ήδη ορατές παντού.</p>
<p>Μη γελιόμαστε• δεν είναι η ‘κρίση’, το οικονομικό, το νέφος, η υγεία, η παιδεία, το κυκλοφοριακό: Είναι ο βέβαιος θάνατος του Ελληνικού Έθνους, αν συνεχίσουμε έτσι δίχως πυξίδα, χωρίς γνώση, δίχως στόχους. Θάνατος που ήδη έχει αρχίσει να κυριαρχεί παντού, καθώς είναι πια φανερό πως το σπάσιμο όλων αυτών των δομών έχει φέρει μια γενική καχεξία σ’ ολόκληρο τον πληθυσμό. Μιαν αφόρητη, γκρίζα, ψυχική μιζέρια που όσο κι αν θέλουμε δε μπορεί να κρυφτεί κάτω απ’ το χαλί, μα κανείς σχεδόν δε δείχνει να γνωρίζει την πηγή της. Μια γενική βλακεία -συγχωρέστε με• αυτή είναι η λέξη- ναι βλακεία που είναι δύσκολο να τη συλλάβεις σ’ όλη της την έκταση. Δεν είναι αφηρημένη έννοια αυτό το τελευταίο, δεν είναι σχήμα λόγου• θυμηθείτε: <em>&#8220;Μωραίνει Κύριος όν βούλεται απολέσαι&#8221;.</em></p>
<p><img alt="" src="http://www.metrogreece.gr/Portals/0/images/article_thumbs_cropped/%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A9%CE%A1%CE%99%CE%9D%CE%97%20%CE%9A%CE%91%CE%A4%CE%91%CE%A3%CE%9A%CE%95%CE%A5%CE%97_600_400_933159895.jpg" /></p>
<p>Έχει έρθει ο πληθυσμός ολόκληρος και το ίδιο το Κράτος σ’ έν’ απέραντο αδιέξοδο κι όμως κανείς δε νοιάζεται στ’ αλήθεια. Κανείς δεν τολμάει να πει την αλήθεια: Πως πρέπει να θελήσουμε, όλοι, να δουλέψουμε σκληρά• με όραμα, με κέφι. Κανείς δε φαίνεται να βλέπει πως τις λύσεις τις κρύβει ο μικρός μου κήπος και το σεντούκι του παππού• αρκεί να το θελήσουμε&#8230; Και τόσα περιβόλια, τόσα σεντούκια των παππούδων μας• στα Γιάννενα, στη Ρόδο, στο Σουφλί, στη Φλώρινα, παντού στη Θράκη, στην Πύλο, στην Κω, στην Κρήτη, στην Κέρκυρα, παντού στην Ελλάδα ολάκερη…</p>
<p>Σε τόσες πόλεις-κράτη, που ήσαν άλλοτε ζωντανά κύτταρα που ανάσαιναν με το διαολεμένο κέφι του Έλληνα, <em>‘κάνοντας οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου’</em>. Κοινωνίες που μοχθούσαν, έδιναν λύσεις και τραγουδούσαν τη ζωή και το θάνατο, βλέποντας με χαρά κάθε μέρα το φως το Ελληνικό• μα είναι τώρα γκρίζες πολιτείες νεκρές, που οι κάτοικοί τους -σκυθρωποί, σκιαγμένοι, χαμένοι- προσμένουν ευλαβικά απ’ την τηλεόραση να τους πει πόση θερμοκρασία είχανε λέει στα σπίτια τους• αν έβρεξε, αν χιόνισε, αν έμεινε ζωντανό κάνα δάσος που δεν το ’καψαν πάλι• πόσο πάνε τα spreds, τι γίνεται με το ‘κούρεμα’ και τι καινούργιες μίζες εκατομμυρίων φτερουγίζουν ξεδιάντροπα μπροστά στα μάτια μας, λες κι είναι στραγάλια&#8230;<br />
<strong><br />
© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος<br />
<span style="color: #1f497d;">alexadam48@hotmail.com </span></strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>https://antifonitis.gr/online/3519/feed</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
