Ἡ Μαύρη τρῦπα στό τούρκικο σῦµπαν

Νὰ λοιπὸν ἀπὸ τό στόµα τοῦ Ζινὰρ Φιντὶκ ἡ ἱστορία τῆς πρωτοχρονιάτικης ἐπίσκεψης ποὺ ἔγινε ἐφιάλτης: Στὶς 31-12-1995 µᾶς παίρνουν τηλέφωνο ἀπὸ τὸ ἀρχηγεῖο Jandarma (Στρατοχωροφυλακῆς) τῆς Σιλώπης καὶ µᾶς λένε «φέρτε µας µερικὲς γαλοποῦλες γιὰ τὴν πρωτοχρονιά». Ὁ πατέρας καί ὁ θεῖος µου ἔβαλαν στὸ ἁµάξι 8-9 γαλοποῦλες γιὰ τὸ ἀρχηγεῖο τῆς Στρατοχωροφυλακῆς, τὸ στρατόπεδο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Ἀσφάλεια. Τὸ βράδυ δὲν γύρισαν πίσω. Μάλιστα τότε δὲν βγαίναµε ἔξω τὸ βράδυ. Ὅταν νύχτωσε καὶ δὲν ἦρθαν ἀρχίσαµε νὰ ἀγωνιοῦµε. Τρία αὐτοκίνητα γεµᾶτα ἀνθρώπους λοιπὸν πήγαµε στὸ ἀρχηγεῖο τῆς Στρατοχωροφυλακῆς. Μᾶς εἶπαν πὼς «ναὶ, ἦρθαν, ἀλλὰ ἀπὸ ἐδῶ πῆγαν στὴν Ἀσφάλεια». Πήγαµε καὶ ἐκεῖ καὶ µᾶς εἶπαν ὅτι εἶχαν φύγει πρὶν 15 λεπτά. Σκεφτήκαµε ὅτι µπορεῖ νὰ γύρισαν στὸ χωριὸ καὶ πήγαµε, ἀλλὰ κανένας δὲν ἦρθε. Ξαναπήγαµε στὴν Στρατοχωροφυλακὴ καὶ µᾶς εἶπαν «δὲν ἔχουµε κανένα νέο». Σύµφωνα µὲ αὐτόπτες µάρτυρες πρῶτα µπῆκε ὁ πατέρας µου στὴν Ἀσφάλεια. Ὅταν δὲν βγῆκε, πῆγε νὰ ρωτήσει ὁ θεῖος µου ὁ Ὀµέρ, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς δὲν ξαναβγῆκε. Ὅταν πήγαµε τὸ πρωὶ στὴν Ἀσφάλεια, οἱ γαλοποῦλες ἦταν ἀκόµη στὸν κῆπο. Διοικητὴς στήν Στρατοχωροφυλακὴ τῆς Σιλώπης ἦταν ὁ λοχαγὸς Χαλίλ. Αὐτοὺς ἐπισκέφτηκαν καὶ ἀνάµεσα στὶς δυὸ ὑπηρεσίες ἐξαφανίστηκαν. Ζητᾶµε νὰ ληφθοῦνε καταθέσεις ἀπὸ τὸν τότε διοικητὴ Ἀσφάλειας καὶ ἀπὸ τὸν λοχαγὸ Χαλίλ.

(12-2-09, Ἰντζί Χεκίµογλου, ἐφ. Ταρὰφ)

 

Ὑποκρισία

Ἡ µυρωδιὰ τῶν καµένων πτωµάτων εἶναι ἴδια παντοῦ. Παρακαλῶ, ἂς εἴµαστε τίµιοι καὶ εἰλικρινεῖς. Ἡ µυρωδιὰ τῶν καµένων ἀπὸ τοὺς βοµβαρδισµοὺς πτωµάτων τῆς Γάζας, σᾶς ἐνόχλησε πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτὴν τῶν καµένων πτωµάτων τῶν χωρικῶν ποὺ εἶχε κάψει στὸ Γκιουτλούκονακ ἡ JITEM; Μάλιστα αὐτὴ ἔγινε καὶ στὴν µούρη µας µπροστά. Ὅπως αὐτὰ ποὺ σκοτώθηκαν στὴ Γάζα στὸ σχολεῖο, στὸ νοσοκοµεῖο καὶ στὴν ἀκρογιαλιὰ ἦταν παιδιά, ἔτσι καὶ ἐκεῖνα ποὺ δολοφονήθηκαν τὸ 2006 στὸ Ντιαρµπακὶρ σὲ ἕναν καλοκαιρινὸ περίπατο ἦταν ἐπίσης παιδιά.

(16-2-09, Γιλντιράι Ὀγούρ, ἐφ. Ταρὰφ)

Στρατοκρατία

Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέροχα χρώµατα καὶ τίς µυρωδιὲς τά σκιάζει µία σκοτεινιὰ ἀπὸ πάνω µας. Μία πυκνὴ καὶ ἀδιάλυτη σκοτεινιά ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στοὺς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς χώρας νὰ ζοῦνε ἀνθρώπινα. Μία σκοτεινιὰ ποὺ δὲν µᾶς ἀναγνωρίζει τὴ δυνατότητα νὰ ζοῦµε ἐλεύθερα τὴν ζωή µας µὲ τὰ πιστεύω, τὶς ἰδέες καὶ τὰ συναισθήµατά µας. (…) Οἱ στρατηγοί µας λὲς καὶ εἶναι πολιτικοί. Θέλουν νὰ κυβερνοῦν τὴ χώρα. Παρακολουθοῦν τὶς ζωὲς ὅλων µας. Προσπαθοῦν νὰ καθορίσουν τὶς ζωὲς ὅλων µας. Σήµερα στὶς εἰδήσεις µας θὰ δεῖτε ὅτι στὸ Ἐσκίσεχιρ δὲν ἔµεινε κανεὶς ποὺ νὰ µὴν τὸν παρακολούθησαν καὶ νὰ µὴν τὸν φακέλωσαν. Μέχρι καὶ τὰ νηπιαγωγεῖα φακέλωσαν. Φακέλωσαν τὰ τυπογραφεῖα, τὰ φαρµακεῖα, τὰ φροντιστήρια, τὰ σχολεῖα, τοὺς συλλόγους. Κάποιους δῆθεν ὡς φανατικούς τῆς θρησκείας, ἄλλους ὡς ὀπαδοὺς τοῦ Φετουλάχ, κάποιους ὡς διαµελιστές, κάποιους ὡς ἀριστερούς (…) Αὐτὴ ἡ χώρα δὲν θὰ ἡσυχάσει ἂν δὲν φύγει ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ὁ στρατός. Κι αὐτό πιστεύω εἶναι πολύ σηµαντικότερο γιά τὴ χώρα ἀπὸ τὴν «ὑποψηφιότητα γιὰ τὴν ΕΕ»…  (1-3-09, Ἀχµὲτ Ἀλτάν, ἐφ. Ταράφ)

 

Μ.Κ.