Χρίστος Δάλκος

 

Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς σόλοικης προτροπῆς κάποιων ἐκπαιδευτικῶν πρός τήν ὑπουργό Παιδείας «ΑΠΕΣΥΡΕ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ» ἀπέδειξε γιά μιά ἀκόμη φορά πόσο μακριά εἶναι αὐτή ἡ κοινωνία ἀπό μιά ὥριμη συμπεριφορά τοῦ τύπου «Δέν προσπαθῶ νά κλάψω ἢ νά γελάσω ἀλλἀ νά καταλάβω»: Θρηνωδίες καί λοιδορίες μέ τό καντάρι, καί καμμιά προσπάθεια νά ἐντοπισθῇ ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ, νά συνειδητοποιηθῇ τί φταίει στήν ἐκπαίδευσή μας ὥστε ἀκόμα καί ἐκπαιδευτικοί (καί καθηγητές Πανεπιστημίου θά πρόσθετα) ὑποπίπτουν σέ τέτοιου εἴδους παιδαριώδη λάθη.

Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς γραμματικῆς ἔχει περιθωριοποιηθῆ στὸ ἑλληνικὸ σχολεῖο μέχρις ἐξαφανίσεως, μὲ εὐθύνη πρωτίστως τῶν ποικίλων θιασωτῶν τῆς «λειτουργικῆς» γλωσσικῆς διδασκαλίας ποὺ δηλώνουν πὼς «μιλάμε τη γλώσσα και όχι για τη γλώσσα», ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὴν διδασκαλία τῆς παραδοσιακῆς γραμματικῆς ὡς ἀπαράδεκτο «φορμαλισμὸ» κ.ο.κ.

Κι ὅμως· ἂς ἔρθουμε στὴν θέση ἑνὸς ἐκπαιδευτικοῦ ὁ ὁποῖος θέλει νὰ διδάξῃ τὴν διαφορὰ τοῦ ὀρθοῦ ἐν προκειμένῳ «ΑΠΟΣΥΡΕ» ἀπὸ τὸ λανθασμένο «ΑΠΕΣΥΡΕ». Ὁ ἐκπαιδευτικὸς αὐτὸς θὰ πρέπῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ γραμματικοὺς ὅρους ὅπως «ρῆμα», «πρόθεση», «Προστακτική», «Ὁριστική», «Ἀόριστος», «συλλαβικὴ αὔξηση», «ἐσωτερικὴ αὔξηση», γιὰ νὰ δώσῃ στὸν μαθητὴ νὰ καταλάβῃ ποῦ εἶναι τὸ λάθος καὶ ποῦ τὸ σωστό.

Εἶναι οἱ σημερινοὶ μαθητὲς ἐξοικειωμένοι μὲ αὐτὴν τὴν ὁρολογία καὶ μὲ ὅ,τι αὐτὴ σηματοδοτεῖ; Μιὰ μικρὴ ἔρευνα σὲ ἀποφοίτους τοῦ Δημοτικοῦ, τοῦ Γυμνασίου ἢ καὶ τοῦ Λυκείου εἶναι σὲ θέση νὰ ἀποδείξῃ ὅτι στὶς περισσότερες περιπτώσεις ἔχουν πλήρη μεσάνυχτα.

Θὰ ἀντέτεινε ἴσως κάποιος θιασώτης τῆς «λειτουργικῆς διδασκαλίας» ὅτι γλῶσσα δὲν εἶναι ἡ γραμματικὴ ἢ τὸ συντακτικὸ ἀλλὰ ὁ λόγος, ποὺ ὡς ὀργανικὸ σύνολο εἶναι φορέας νοήματος, καὶ ὅτι στὸ πλαίσιο τοῦ ὀργανωμένου λόγου τὰ ἐπὶ μέρους στοιχεῖα τῆς γλώσσας ἀποκαλύπτουν τὸ βαθύτερο νόημά τους.

Στὴν ὑποθετικὴ ἀντίρρηση θὰ ἀπαντήσω μὲ ἕνα ἐπιχείρημα εἰλημμένο ἀπὸ τὸ βιβλίο Γλωσσικὴ διδασκαλία: Μήπως ἦρθε καιρὸς νὰ διορθώσουμε τὰ λάθη μας; (σ. 24):

«εἶναι γεγονὸς ὅτι τὰ ἐπὶ μέρους γράμματα δὲν συνιστοῦν ἀπὸ μόνα τους λόγο, καὶ μόνο στὸ πλαίσιο μιᾶς λέξης ἢ φράσης ἀποκτοῦν σημασία, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ ξεκινήσουμε, νὰ τὰ διδάξουμε μεμονωμένα, γιὰ νὰ περάσουμε σταδιακὰ στὰ εὐρύτερα σύνολα τῶν λέξεων καὶ τῶν φράσεων.»[1]

Ἂν λοιπὸν θέλουμε νὰ διορθώσουμε τὰ κακῶς κείμενα τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καὶ κοινωνίας θὰ πρέπῃ νὰ προβληματισθοῦμε καὶ νὰ συζητήσουμε σοβαρὰ μὲ ποιές διορθωτικὲς κινήσεις θὰ πετύχουμε τὸ βέλτιστο ἀποτέλεσμα. Ἂν ὅμως τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ κάνουμε τὴν πλάκα μας ἐπὶ τρεῖς – τέσσερις ἡμέρες καὶ μετὰ νὰ ἐπανακάμψουμε στὶς ἴδιες κραυγαλέα ἀποτυχημένες πρακτικές, τότε ἂς μὴν διαμαρτυρώμαστε ποὺ ὡς κοινωνία βαδίζουμε ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο.



[1] Ἡ ἐπαγωγικὴ αὐτὴ πρακτική, ὅσο μηχανιστικὴ κι ἂν φαντάζῃ, βάζει σὲ τάξη τὸ χάος τῆς ἐμπειρίας καὶ ἐπὶ πλέον μαθαίνει τοὺς μαθητὲς νὰ σκέπτωνται.