Τὴν ὥρα ποὺ οἱ τετρακόσιοι (ἀνὰ τὴν ἐπικράτεια) τσόγλανοι μὲ τὶς κουκοῦλες κατέβαζαν βιτρίνες, κατέστρεφαν αὐτοκίνητα, πυρπολοῦσαν ἰδιωτικὲς καὶ δημόσιες περιουσίες καὶ ἀπεδείκνυαν ἐνεργῶς καὶ πλήρως ἀνενόχλητοι ποιὰ εἶναι πραγματικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνύπαρκτου ψευδοκράτους, νὰ εἶστε βέβαιοι, ἀγαπητοὶ ἀναγνῶστες, ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ἔγινε τίποτε τὸ ἐκπληκτικό. Δὲν ἔγινε δηλαδὴ τίποτε ἄλλο ἀπτὸ νὰ μπεῖ ἁπλῶς ἕνα ἀκόμη κερασάκι στὴ δύσοσμη καὶ χαλασμένη τούρτα τῆς νεότερης ἑλλαδικῆς πολιτικῆς πραγματικότητας. Τῆς πραγματικότητας ἑνὸς γελοίου μορφώματος, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἄθλιας ὕπαρξής του δομήθηκε ὡς μία ἄναρχη καὶ ἄνομη κρατικήπαρακρατικὴ καρικατούρα, ἀπολύτως συνώνυμη τοῦ εὐτελισμοῦ καὶ τοῦ ξεχαρβαλώματος τῶν πάντων. Ἦρθε λοιπὸν ἁπλῶς τώρα καὶ στιγμὴ ποὺ αὐτὸ τὸ δυσώνυμο καὶ εἰδεχθὲς μπουρδέλο παραδόθηκε πιὰ καὶ στὶς φλόγες

 

     Δὲν θὰ ἀνατρέξω ὅμως καὶ πάλι στὰ 180 χρόνια τῆς ἀπόλυτης θυμηδίας. Ἀρκετὰ μὲ τὰ ἱστορικὰ μνημόσυνα καὶ τὶς ἀναδρομές, ποὺ ὅσο καὶ ἂν ρίχνουν φῶς σὲ κάποια αἴτια, λειτουργοῦν ἀπὸ τὴν ἄλλη καὶ ὡς βολικὰ ἐνίοτε ἄλλοθι γιὰ ὅσους ἔχουν στὴν ὅποια δεδομένη στιγμὴ τὶς εὐθύνες. Γιατί οἱ εὐθύνες αὐτὲς ὑπάρχουν καὶ δὲν μποροῦν βεβαίως νὰ παραγνωρίζονται…

     Τί εἴδαμε λοιπὸν αὐτὲς τὶς μέρες στὸ προσκήνιο; Ἀπὸ τὴ μία, εἴδαμε αὐτὴ τὴν κοπρομάζωξη τῶν τσόγλανων, ποὺ μέσα στὴν ἀνία καὶ τὴ μηδενιστική τους κατάθλιψη (καὶ θ’ ἀφήσω βεβαίως κατὰ μέρος γιὰ σήμερα τουλάχιστον τὰ σενάρια περὶ παρεισφρυόντων ΚΥΠατζήδων καὶ λοιπῶν πρακτόρων), ἀφήνουν τὶς βίλες τῶν πλούσιων μπαμπάδων τους καὶ διεισδύουν μέσα στὶς ὁμάδες τῶν φοιτητῶν (καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ βεβαίως ποὺ οἱ τελευταῖοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὄντως δὲν παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴν τυφλὴ βία, θ’ ἀφήσω ἐπίσης κατὰ μέρος καὶ τὸν πομπώδη καγχασμό μου γιὰ τούτη τὴν ἀπερινόητη σύγχρονη παρωδία τοῦ αὐτοφερόμενου ὡς φοιτητικοῦ κινήματος – τί νὰ φταῖνε ἄλλωστε κι αὐτὰ τὰ ἀγράμματα καὶ ἀνιστόρητα παιδιὰ τῶν κινητῶν καὶ τῶν ὀρθάδικων, ἔτσι ποὺ τὰ κατάντησαν οἱ κωλοέλληνες μιζογονεῖς τους, οἱ κάφροι καθηγητές τους καὶ τὰ ἐγκάθετα Ὑπουργεῖα Παιδείας τοῦ ψευδοκράτους – τί νὰ φταῖνε κι αὐτά, ποὺ μέσα στὴν ἀνερμάτιστη χαζομάρα τους πειστήκανε ἀπὸ τοὺς ἀλαβανοδραγασάκηδες ὅτι ἀναβιώνουν ἄφνω τὸ «1-1-4» καὶ τὸν Μάη τοῦ ’68;). Παρεισφρύουν ἀνάμεσά τους καὶ οἱ ἄλλοι ὅμως, τὰ θρασύμια μὲ τὶς κουκοῦλες, ὑπὸ τὶς ἔμμεσες μάλιστα εὐλογίες ἐκείνης τῆς (σχεδὸν ἐκτὸς νόμου πλέον στὴ συνείδησή μας) κοινοβουλευτικῆς φασιστοπλέμπας τῶν ψευτοαριστερῶν ρεβυζιομηδενιστῶν τῆς ἀπόλυτης ντροπῆς, ὑπὸ τὰ ἐπινευστικὰ ἀνθυπομειδιάματα τοῦ (πνευματικῶς ἄλλωστε διαβρωμένου ἀπὸ τοὺς τελευταίους) συναγελασμοῦ τῆς σοσιαληστρικῆς θυμηδίας καὶ βεβαίως καὶ ὑπὸ τὶς θριαμβευτικὲς ἰαχὲς τῶν μεγκαντενοβοθροκάναλων, ποὺ ἀνοίγουν σαμπάνιες κάθε βράδυ καὶ παρακαλοῦν νὰ χυθεῖ κι ἄλλο αἷμα γιὰ νὰ συνεχίσουν νὰ στήνουν καθ’ ἑκάστην τὸ σαρκοβόρο πάρτυ τους στὰ ξεφτιλισμένα τους παράθυρα. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι γιὰ μένα στὴ μία πλευρά. Συνοδοιπόροι καὶ συναλῆτες. Μία οὐσία καὶ μία ὑπόστασις. Ὁμότροπος παρακμὴ καὶ ὁμοούσιος ξεφτίλα…

     Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως τί; Ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἴδαμε μία σύναξη ἀχρήστων ποὺ παριστάνει τὴν κυβέρνηση τοῦ μορφώματος. Μία σύναξη, ποὺ ὅταν ἐξελέγη, ὅλα ἔδειχναν ὅτι εἶχε μπροστὰ της (ἀέρα καὶ χαλαρά) τρεῖς μὲ τέσσερις τουλάχιστον τετραετίες – καὶ τοῦτο βεβαίως ὄχι ἐπειδὴ ἐτύγχανεν καὶ τόσης πολλῆς πιὰ ὑπολήψεως, ἀλλὰ ἐπειδὴ τοιαύτη ἐτύγχανεν ἡ χαλάρωσις ποὺ εἶχε προκαλέσει εἰς τοὺς ἡμετέρους σφιγκτήρας ἡ ἄκρως ἐπώδυνος βίαια διείσδυσις τῆς φρικώδους σημιτικῆς λαίλαπας. Οὐδεὶς ἐχέφρων νοῦς εἶχε φυσικὰ ποτὲ δώσει στὶς περὶ ἐπανιδρύσεως τοῦ κράτους ἐξαγγελίες καὶ στὶς λοιπὲς λεκτικὲς πομφόλυγες τοῦ ἐπωνύμου ἀνηψιοῦ περισσότερη σημασία ἀπὸ ὅση πραγματικά τούς ἄξιζε (ἤτοι ἑνὸς χρησιμοποιημένου σκατόχαρτου). Ἡ ἐντολὴ ποὺ στὴν πραγματικότητα πῆραν ἦταν γιὰ μία ἁπλὴ διαχείριση τῶν πραγμάτων, ἕνα ἄκρως στοιχειῶδες (μὲ τὴν πλέον ἁπλοϊκὴ κυριολεκτικὰ σημασία τοῦ ὅρου) νοικοκύρεμα τοῦ χάους ποὺ περιδεεῖς βλέπαμε γύρω μας, καθὼς διαολοστέλναμε τὴν σοσιαληστρικὴ πληγή. Ἂν συνέβαινε αὐτό, ἐτούτη ἡ παρέα θὰ παρέμενε στὴν ἐξουσία μᾶλλον ὥς τό … 2064 καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι μία ἁπλὴ δική μας αἴσθηση: τὸ ἀπέδειξαν ἀκόμη κι αὐτὲς οἱ τόσο ἀμφιλεγόμενες δημοσκοπήσεις ποὺ ὥς τὸ καλοκαίρι τοὺς ἔβγαζαν μπροστὰ κι ἂς ὑπῆρξαν (πλὴν ἀπειροελαχίστων ἐξαιρέσεων) ἕνα ἀπόλυτο μηδενικὸ ἐδῶ καὶ μία τετραετία. Ἕνα ἀπόλυτο μηδενικὸ σχεδὸν στά πάντα…

     Καὶ ὅμως. Ἐτούτη ἡ μάζωξη κατόρθωσε νὰ καταδυθεῖ σὲ ἐπίπεδο κατώτερο ἀκόμη καὶ τοῦ μηδενός. Κατόρθωσε μὲ τὴ διακριτικότητα σμήνους ἀκρίδων νὰ κατακλέψει σὲ τέσσερα χρόνια πιὸ πολλὰ ἀπ’ ὅσα ἔκλεψαν οἱ ἄλλοι σὲ εἴκοσι (ἢ μᾶλλον νὰ τὰ κάνει νὰ φαίνονται πιὸ πολλά, γιατί, ἂν δὲν τὸ καταλάβατε, ἐτοῦτοι σὲ σύγκριση μὲ τοὺς ἐπιστημονικὰ ἐπαΐοντες στὸν ἐν λόγῳ τομέα προκατόχους τους ἀποδείχτηκαν τελικὰ ἄχρηστοι ἀκόμη καὶ στὸ νὰ κλέβουν). Κατόρθωσε νὰ δώσει τὸ δικαίωμα στοὺς αὐτουργοὺς τῆς μειοδοσίας τῶν Ὑμίων, τοῦ ἐνδοτισμοῦ τῶν ζεϊμπέκικων, τῆς ξεφτίλας τοῦ Ὀτζαλάν, τῆς μεγαλοαπάτης τοῦ ΧΑΑ, τοῦ αἴσχους τῶν ταυτοτήτων καὶ τῆς παρωδίας τῆς σύγκλισης, νὰ ξανασυρθοῦν ἔξω ἀπὸ τὶς ἀνήλιαγες τρῦπες τους καὶ νὰ ξανααρθρώσουν λόγο (ἔστω καὶ διὰ τῆς φρικώδους ἑλληνικῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τους). Κατόρθωσε νὰ πετάξει στὰ σκουπίδια ὅλες τὶς μεγάλες εὐκαιρίες ποὺ παρουσιάστηκαν γιὰ νὰ περισώσει τὰ παραπαίοντα ἐθνικά μας θέματα (καὶ εἰδικὰ ἐκεῖνο τοῦ Ψευτομακεδονικοῦ – κυρίως ἀπὸ τὸ Βουκουρέστι καὶ ἑξῆς). Κατόρθωσε νὰ φέρει ἀλαλάζον στὸ προσκήνιο τὸ γνωστὸν χυδαῖον μαρξορεβυζιοπουστρολατρευτικὸν ἀνθυποντενεκεδοσινάφιον, γιὰ νὰ ἐξεμεῖ χολὴν μετὰ ὄξους καὶ νὰ ἐκσπερματώνει ἐπὶ τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων ἡμῶν, ἐπειδὴ μερὶς τουλάχιστον τοῦ κυβερνητικοῦ ἀνεμομαζώματος ἀποφάσισε νὰ κάνει μπίζνες στὰ Βαλκάνια μὲ 3-4 πεπτωκότες καλογέρους. Κατόρθωσε νὰ ἐκνευρίσει, νὰ ἐξεγείρει, νὰ κλονίσει, νὰ σκανδαλίσει. Καὶ κατόρθωσε ἐν τέλει μέχρι καὶ τὸ ἀπολύτως ἀκατόρθωτο: νὰ μᾶς φέρει ante portas ὡς δυνάμει πρωθυπουργὸ ἕναν διανοητικά (άντε μην το πω!), στὸν ὁποῖο ὑπὸ φυσιολογικὲς συνθῆκες οὐδεὶς μὲ IQ πάνω ἀπὸ 30 θὰ ἐμπιστευόταν ούτε τη θέση του βοηθού κηπουρού για το εξοχικό του…

     Φυσικὰ ὅμως, αἰσθάνομαι ὑποχρεωμένος νὰ πῶ κλείνοντας (καὶ ἂς φαίνεται ἀντιφατικὸ μετὰ τὰ προαναφερθέντα) ὅτι ἐτοῦτος ὁ συρφετὸς ἐξακολουθεῖ παρ’ ὅλα αὐτὰ νὰ μὴν εἶναι ἡ χειρότερη κυβέρνηση ὅλων τῶν ἐποχῶν. Γιὰ ὅσο τουλάχιστον δὲν βγαίνουμε ὡς ἐπαῖτες στοὺς δρόμους, γιὰ ὅσο δὲν ἔχουμε ὡς Ὑπουργὸ Παιδείας τὴ Δαμανάκη ἢ τὴ Ρεπούση καὶ γιὰ ὅσο τὰ σύνορα τοῦ γελοίου ψευδοκράτους παραμένουν ἀκόμη ἀνατολικά της Θεσσαλονίκης, τὸ ἀπόλυτο ρεκὸρ τῆς χυδαίας σημιτικῆς συμμορίας εἶναι καὶ θὰ παραμένει ἀκατάρριπτο. Ὥς πότε ὅμως θὰ μπορεῖ αὐτὸ νὰ λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι γιὰ τὴ μίζερη παρεούλα τοῦ ἀνηψιοῦ καὶ τῆς ἀνυπαρξίας; Ὥς πότε θὰ πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς ὑποχρεωμένος νὰ παραμένει ἐγκλωβισμένος στὴ συγκεκριμένη λογικὴ τοῦ μὴ χείρονος ὡς βελτίστου (ἤτοι τοῦ ἀπολύτως ἀνυπάρκτου σὲ σχέση μὲ τὸν ἀπολύτως ἐπικίνδυνο), μήπως καὶ προχωρήσει κάπως πιὸ ἀργὰ ἡ πορεία τοῦ κατήφορου γι’ αὐτὸ τὸ τρισάθλιο, θλιβερὸ (πλέον δὲ καὶ φλεγόμενο) μπουρδέλο ποὺ λέγεται Ἑλλάς;

                                                                 Ο ΕΞ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ