Øèïêà-îòêðèòà çëàòíà ìàñêàΜεταφέρουμε τήν εἴδηση ἀπό τή Βουλγαρία:
«Τὸν τάφο τοῦ βασιλιᾶ τῶν ἀρχαίων Θρακῶν Σεύθη Γ’ ἔφερε στὸ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ ἀνασκαφὴ ποὺ πραγματοποιεῖται στὰ περίχωρα τῆς πόλης Σίπκα, στὴν «Κοιλάδα τῶν θρακῶν βασιλέων» στὴν Κεντρικὴ Βουλγαρία. Ὁ βασιλιὰς Σεύθης Γ’ ζοῦσε στὴν κτισμένη ἀπὸ τὸν ἴδιο πόλη, τὴ Σευθέπολη, καὶ τάφηκε στὸν ναὸ στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου π.Χ. αἰώνα. Εἶναι, λοιπόν, ἡ πρώτη φορά στὴ θρακικὴ ἀρχαιολογία ποὺ ταυτίστηκε τάφος ἱστορικὰ γνωστοῦ ἡγεμόνα.
Ἐπικεφαλῆς τῆς Θρακολογικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ὁμάδας, ποὺ διενεργεῖ τὴν ἀνασκαφὴ εἶναι ὁ Βούλγαρος ἀρχαιολόγος δρ. Γκεόργι Κίτοβ, ὁ ὁποῖος τὴν Τρίτη μίλησε στὸ Ἐθνικὸ Ἵδρυμα Ἐρευνῶν γιὰ τὰ εὑρήματα ποὺ ἦλθαν στὸ φῶς. Ὁ τάφος τοῦ Σεύθη ἦταν ἀσύλλητος καὶ ἔτσι οἱ ἀρχαιολόγοι βρέθηκαν μπροστὰ σὲ ἐντυπωσιακὰ ἀντικείμενα: χρυσὸ στεφάνι μὲ φύλλα βελανιδιᾶς, ξίφος, θώρακα καὶ περικεφαλαία, ἱπποσκευή, ἀλαβάστρινα ἀγγεῖα, χρυσὸ κύλικα οἴνου καὶ πλῆθος ἄλλων ἔργων ἀπὸ χρυσό, ἀσήμι, ἀλάβαστρο, πηλὸ καὶ δέρμα.
Μεταξὺ τῶν εὑρημάτων συγκαταλέγεται καὶ μία ἀσημένια κούπα ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ βασιλιᾶ: «… σκεῦος Σεύθη βάρους…» ἔγραφε, στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ μάλιστα, ἡ χαραγμένη ἐπιγραφὴ τῆς κούπας. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ βασιλιᾶ Σεύθη Γ’, ὁ δρ. Γκεόργι Κίτοβ ἀνέσκαψε καὶ ἕναν τύμβο μέσα στὸν ὁποῖο τάφηκε κατὰ τὸ δεύτερο μισό τοῦ 5ου π.Χ. αἰώνα ἄλλος ἕνας Θράκας βασιλιάς. Καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση τὰ εὐρήματα εἶναι σπουδαία, μὲ ἐντυπωσιακότερο ἕνα προσωπεῖο-φιάλη μὲ ἀνάγλυφη παράσταση ἀνθρώπινου προσώπου φιλοτεχνημένη πάνω σὲ χοντρὴ πλάκα χρυσοῦ, βάρους 673 γραμμαρίων (φωτογραφία). Ὁ τάφος ἦταν σκεπασμένος ἀπὸ ἑπτὰ πλάκες μὲ γεῖσο ὥστε νὰ θυμίζει σαρκοφάγο ἐνῶ ἐκτιμᾶται ὅτι ὁ βασιλιὰς ἦταν ὀπαδὸς τοῦ Ὀρφέα ἀφοῦ βρέθηκαν μόνο μερικὰ ὀστᾶ τῶν ἄκρων καὶ τοῦ κρανίου του. Ἀλλὰ ἦταν καὶ πολεμιστής, ἀφοῦ εἶχε ἐνταφιαστεῖ σχεδὸν μὲ ὅλη του τὴ μεταλλικὴ ἐξάρτυση ποὺ δίνει πολύτιμα στοιχεῖα γιὰ τὸν ὁπλισμὸ τῆς ἀριστοκρατικῆς τάξης στὴν ἀρχαία Θράκη, τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ μετὰ θάνατον ζωὴ του σκεύη, καθὼς καὶ μὲ μερικὰ ἄλλα ἀντικείμενα ἀπὸ ἀσήμι, χρυσό, χαλκό, σίδηρο καὶ πηλό.
Ὁ ἀριθμὸς τῶν τύμβων ποὺ συνολικὰ ἐξερευνήθηκαν τὸ 2004 στὴν Κοιλάδα τῶν Θρακῶν βασιλέων φθάνει τοὺς 13.»
Καθώς δέν πρόκειται γιά τήν πρώτη τέτοια ἀνακάλυψη τοῦ δρ. Κίτοβ καί τίς σχετικές ἀνακοινώσεις, αὐτό πού περιμέναμε ὡς Θρᾶκες καί ὡς  Ἕλληνες ν’ ἀκούσουμε ἦταν ἡ ἐξήγηση γιά τήν ἑλληνική ἐπιγραφή τῆς κούπας τοῦ βασιλιᾶ. Καί ποιά νομίζετε πώς δόθηκε στίς ἀναφορές τῶν ΜΜΕ;  Ὅτι πρόκειται μᾶλλον γιά προϊόν εἰσαγωγῆς ἤ γιά …λάφυρο! Μάλιστα, ὁ βασιλιᾶς τῶν Θρακῶν εἶχε λεηλατήσει κάποιαν ἑλληνική πόλη καί ἔτυχε νά βρεῖ μιάν ἀσημένια κοῦπα μέ τ’ ὄνομά του, τήν ὁποία καί κράτησε μέχρι καί στόν τάφο του!
Γιά μιάν ἀκόμη φορά λοιπόν παρατηροῦμε τό πασίγνωστο φαινόμενο τῆς λυσσώδους ἄρνησης παντός ἑλληνικοῦ. Τό προφανές καί ἀποδεδειγμένο ἀπωθεῖται καί ἐπιστρατεύονται πάσης φύσεως παραλογισμοί, ἀρκεῖ νά ὑποτιμηθεῖ καί νά περιοριστεῖ ἡ αἴγλη καί ἡ παρουσία τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ! Τά εἴδαμε μέ τούς Μυκηναίους καί τή Γραμμική Β΄, τά ζοῦμε μέ τούς Μινωίτες καί τή Γραμμική Α΄, τά ὑφιστάμεθα μέ τούς ἀρχαίουςΜακεδόνες καί Θρᾶκες. Τά παραμύθια περί προελληνικῶν φύλων καί ἰνδοευρωπαϊκῶν καθόδων, τά ἀπολύτως ἀναπόδεικτα καί ἐναντιούμενα σέ κάθε λογικό ἐπιχείρημα καί σέ κάθε ἀρχαιολογική μαρτυρία πασχίζουν νά κρατήσουν τήν ἑλληνική περί τό Αἰγαῖο παρουσία στά ὅρια τῶν 4.000 χρόνων (ἤδη πάντως κερδίσαμε 1000 χρόνια ἀπό τήν ἐποχή πού βρισκόμασταν ἐμεῖς στό σχολεῖο). Καί μήπως εἶναι ἡ μόνη τέτοια περίπτωση; Σημειῶστε ἕνα ἀκόμη πρόσφατο, κυπραίικο παράδειγμα:
«…Ἡ ἔκπληξη γιὰ τοὺς ἀρχαιολόγους ἦλθε ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ συγκεκριµένα ἀπὸ τὸν Πύργο. Καὶ αὐτὸ γιατί κανεὶς µέχρι τώρα δὲν φανταζόταν ὅτι στὴν περιοχὴ κρυβόταν ἐδῶ καὶ 4.000 χρόνια τὸ ἀρχαιότερο ἀρωµατοποιεῖο τοῦ κόσµου! «Οὔτε ποὺ τὸ φανταζόµασταν τέτοιο εὕρηµα» δήλωσε  ἡ Ἰταλίδα ἀρχαιολόγος καὶ ὑπεύθυνη τῆς ἀνασκαφῆς, δρ Μαρία Ροζάρια Μπελτζιόρνο, ποὺ εἶχε τὴν τύχη νὰ δεῖ νὰ ἀναδύεται αὐτὸ τὸ σπάνιο ἀρχαιολογικὸ µνηµεῖο. Πρόκειται γιὰ ἕνα προϊστορικὸ ἐργαστήριο 4.000 τ.µ. στὸ ἐσωτερικό τοῦ ὁποίου βρέθηκαν ἀγγεῖα γεµάτα µέ ἀρωµατικὲς πρῶτες ὕλες ἀλλὰ καὶ τὰ ἕτοιµα ἀρώµατα. Ἀπὸ τὴν ἐξέτασή τους, µάλιστα, προκύπτει ὅτι οἱ προτιµήσεις τῶν προγόνων µας δὲν διαφέρουν πολὺ ἀπὸ τὶς σηµερινὲς ἐπιλογὲς µας.
Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ 50 µικρὰ καὶ µεγάλα κυπριακὰ ἀγγεῖα ποὺ βρέθηκαν ἔκρυβαν µέσα τους εὐωδιὲς ἀπὸ πρωτότυπα ἀρώµατα ἀπὸ σταφύλι ἀλλὰ καὶ ἄλλες ποὺ «ἔµοιαζαν» πολὺ µέ τὸ δηµοφιλὲς Pino Silvestre, τὸ γνωστὸ ἄρωµα πεύκου στὸ πράσινο µπουκάλι. «Βρήκαµε σχεδὸν 10 διαφορετικὰ αἰθέρια ἔλαια, ἴδια µέ ἐκεῖνα ποὺ χρησιµοποιοῦνται σήµερα» τονίζει ἡ κ. Μπελτζιόρνο, ποὺ ἀνασκάπτει στὴν περιοχὴ ἀπὸ τὸ 1998. Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀναλύσεις ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ πρῶτες ὕλες τῶν ἀρωµάτων ἦταν κανέλα, δάφνη, µυρτιά, γλυκάνισο καὶ κίτρο.
Ὅσο γιά τήν τέχνη τῆς ἀρωματοποιίας, φαίνεται πώς τήν γνώρισαν ἀπό τούς Αἰγυπτίους, μέ τούς ὁποίους διατηροῦσαν στενές σχέσεις, ἐνῷ ἀνάμεσα στούς καλύτερους ἀγοραστές ἀρωμάτων εἰκάζεται πώς ἦταν οἱ Μινωίτες.»
Ἑτερόφωτη-δεύτερη λοιπόν ἡ ἑλληνική πολιτισμική παραγωγή, παρότι πρόκειται, ὡς λέγεται, γιά τό μακράν πρῶτο ἐργαστήριο τέτοιου τύπου! Ἐδῶ ἐπιστρατεύτηκε ἡ ἐγγύς Ἀνατολή πού προσφέρεται γιά τέτοιες ὑπο-θέσεις ἐργασίας (ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἔτσι καί στό παρελθόν ἐπανειλλημένως).
Κι ἐρχόμαστε ἀπό τά παραπάνω στό τελευταῖο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ ΑΡΔΗΝ. Τό σπουδαῖο του ἀφιέρωμα στήν ἀρχαιολαγνεία καί τήν «συναφή» της οὐφολογία θέτει μέ τόλμη ἕνα θέμα πού ἀπό τό περιθώριο ἔχει πάρει πλέον μία κεντρική θέση στήν καθημερινότητα ἑνός τεραστίου ἀριθμοῦ συνελλήνων. Τό ζήτημα ὅμως εἶναι – πέρα ἀπό τίς γελοῖες, τίς ὕποπτες ἤ τίς ἐπικίνδυνες πλευρές του – γιατί καταλήγει (καί) τόσος σοβαρός κόσμος στίς ὑπώρειες τῆς φαντασιοπληξίας (τό διαπραγματεύεται στό ἀφιέρωμα ὁ Σαράντος Καργάκος, ἐμπλουτίζοντας τήν προβληματική πού ἐκθέτουν καί οἱ ἄλλες, ἐξαίρετες προσεγγίσεις τοῦ περιοδικοῦ). Κατά τή γνώμη μας τεράστια εὐθύνη ἔχουν οἱ προσεγγίσεις τοῦ τύπου πού ἀναφέρουμε ἀνωτέρω. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀνέχεται κανείς τήν κάθε ἐπιστημονικοφανή θεωρία τῶν εἰδικῶν – μέ ἤ χωρίς εἰσαγωγικά – καί νά μήν βλέπει πουθενά ἀντίλογο γιά τήν ὑπεράσπιση τοῦ αὐτονόητου (πού τυχαίνει νά εἶναι καί τό πολιτισμικό παρελθόν μας). Εἴτε λοιπόν ἐκκινήσει κανείς μέ μία συνομωσιολογική προσέγγιση εἴτε μέ τήν οἴηση τοῦ ἐρασιτέχνη πού θά καλύψει τήν ἀνεπάρκεια καί τήν ἀδιαφορία τοῦ ἐπαγγελματία, τό ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς του ἐνασχόλησης πολύ δύσκολα δέν θά ἀδικήσει τίς προθέσεις του. Γνώμη μας λοιπόν εἶναι πώς – σύν τοῖς ἄλλοις – φταῖνε σέ μεγάλον βαθμό οἱ ἐπαγγελματίες ἀρχαιολόγοι, φιλόλογοι, μελετητές, ἱστορικοί: Ἡ δική τους ὀλιγωρία – ἀκηδία (σέ συνδυασμό μέ τό γενικό μας ἐθνικό χάλι) καί τήν ἀλήθεια μᾶς στεροῦν καί στούς τηλελλαδέμπορους ἀνοίγουν τόν δρόμο.

Κ.Κ.